Κοινωνική φοβία – Κοινωνικό άγχος

Κεφάλαιο από το βιβλίο Μιλήστε με έναν ειδικό, των Γ. Ευσταθίου, Φ. Λέκκα, Χ. Βαρβέρη, & Ε. Κονσουλίδου.

Οι όροι «κοινωνική φοβία/κοινωνικό άγχος» περιγράφουν τον υπερβολικό φόβο του ατόμου να βρίσκεται μαζί με άλλους, ιδιαίτερα στο πλαίσιο μιας ομάδας, για το ενδεχόμενο κριτικής και ταπείνωσής του. Όλοι οι άνθρωποι κάποιες φορές νιώθουν αμηχανία και νευρικότητα σε διάφορες κοινωνικές καταστάσεις και συναναστροφές, όπως, για παράδειγμα, όταν πρόκειται να μιλήσουν μπροστά σε κοινό ή σε μία συνέντευξη για δουλειά. Συνήθως, όμως, το αρχικό άγχος υποχωρεί και μπορούν να αντεπεξέλθουν στις απαιτήσεις της κατάστασης. Αντίθετα, στην περίπτωση της κοινωνικής φοβίας, η ομαλή άσκηση των κοινωνικών, επαγγελματικών και καθημερινών δραστηριοτήτων παρεμποδίζεται σε μεγάλο βαθμό, καθώς το άτομο φοβάται ότι θα ενεργήσει με τρόπο που θα το φέρει σε αμηχανία ή θα προκαλέσει την ταπείνωσή του. Η κοινωνική φοβία διαφοροποιείται από την κοινωνική συστολή, την αμηχανία και την περιστασιακή νευρικότητα. Πρόκειται για μία αγχώδη διαταραχή που αφορά στον έντονο φόβο για συγκεκριμένες κοινωνικές καταστάσεις, και ειδικά εκείνες οι οποίες είναι άγνωστες ή εκείνες στις οποίες υπάρχει η σκέψη ότι οι άλλοι άνθρωποι παρακολουθούν με στόχο να κρίνουν και να απορρίψουν. Το άτομο που πάσχει από κοινωνική φοβία βιώνει έναν τόσο έντονο φόβο ταπείνωσης, ώστε φθάνει στο σημείο να αποφεύγει κάθε κατάσταση ή συναναστροφή που θα μπορούσε να πυροδοτήσει τον φόβο γι’ αυτό το ενδεχόμενο.

Ειδικότερα, έχει ένα μόνιμο και έντονο αίσθημα άγχους ότι οι άλλοι παρακολουθούν τις κινήσεις του και το κρίνουν και φοβάται ότι θα γίνει ο περίγελος των γύρω του. Συχνά, ανησυχεί για ημέρες ή και εβδομάδες πριν από μία κοινωνική περίσταση παρότι έως έναν βαθμό μπορεί να αναγνωρίζει ότι το άγχος του είναι υπερβολικό ή παράλογο, χωρίς, ωστόσο, να μπορεί να απαλλαγεί από αυτό.

Τυπικές καταστάσεις που είναι δυνατόν να πυροδοτήσουν σε ένα άτομο τον φόβο αυτό είναι:

  • η γνωριμία με άγνωστους ανθρώπους,
  • το να βρίσκεται στο επίκεντρο της προσοχής,
  • το να το κοιτούν ενώ κάνει κάτι,
  • η ομιλία μπροστά σε κοινό,
  • το να δέχεται κριτική ή κάποιο πείραγμα,
  • το να μιλά με πρόσωπα κύρους ή εξουσίας,
  • το φλερτ,
  • το να πρέπει να τηλεφωνήσει για κάποια δουλειά ή για να παραγγείλει κάτι,
  • το να τρώει ή να πίνει μπροστά σε άλλους,
  • το να συμμετέχει σε κοινωνικές εκδηλώσεις (πάρτι, γιορτές).

Το άτομο έχει την τάση να αναλύει προκαταβολικά και με κάθε λεπτομέρεια τι θα μπορούσε να συμβεί σε μία κοινωνική κατάσταση, που στη σκέψη του φαντάζει απειλητική, και καταλήγει αυθαίρετα στο συμπέρασμα ότι, τελικά, δεν θα μπορέσει να αντεπεξέλθει. Ως εκ τούτου, αφού έχει προκαταβάλει το αποτέλεσμα, όταν τελικά βρεθεί στην κατάσταση που φοβάται, το άγχος του μεγιστοποιείται. Επίσης, ακόμη και όταν περάσει η κατάσταση αυτή, έχει την τάση να την ξανασκέφτεται, να κρίνει ότι τίποτα δεν πήγε καλά και να προβλέπει ότι και στο μέλλον σε ανάλογες καταστάσεις θα του συμβεί το ίδιο.

Η κοινωνική φοβία συνοδεύεται από πολλά σωματικά συμπτώματα, όπως: κοκκίνισμα στο πρόσωπο, δυσκολία στην αναπνοή, ναυτία ή στομαχική δυσφορία, τρέμουλο, σφίξιμο στο στήθος, ταχυπαλμία, εφίδρωση. Τα συμπτώματα αυτά συνήθως μεγεθύνονται από την τάση του ατόμου να έχει όλη την προσοχή του στραμμένη στον εαυτό του και στο πώς συμπεριφέρεται στις κοινωνικές καταστάσεις. Έτσι, αντιλαμβάνεται και τις πλέον ανεπαίσθητες σωματικές μεταβολές, οι οποίες, ακριβώς επειδή όλη η προσοχή του είναι στραμμένη σε αυτές, γίνονται ακόμα εντονότερες. Ως εκ τούτου, δεν μπορεί να χαλαρώσει και να ευχαριστηθεί σε κοινωνικές καταστάσεις, αλλά επίσης επιτείνεται το άγχος του, καθώς φοβάται ότι τα συμπτώματα γίνονται αντιληπτά από τους άλλους, και έτσι θα σχολιαστεί ή και θα ρεζιλευτεί. Η σκέψη αυτή πυροδοτεί πρόσθετο άγχος. Ο φαύλος κύκλος συνεχίζεται και μπορεί να οδηγήσει ακόμη και σε μία αυτοεκπληρούμενη προφητεία, δηλαδή, για παράδειγμα, να γίνει αντιληπτό το άγχος του και να σχολιαστεί το κοκκίνισμα ή η νευρικότητά του.

Στην προσπάθειά του να αντιμετωπίσει τα δυσάρεστα συμπτώματα και τα συναισθήματά του, το άτομο επιστρατεύει δύο μηχανισμούς:

(α) Διάφορες συμπεριφορές ασφαλείας, όπως: μένει σιωπηλό ή προσπαθεί να μιλήσει ελάχιστα, προσπαθεί να περάσει απαρατήρητο για να διαφύγει της προσοχής των άλλων, συμμετέχει σε κοινωνικές εκδηλώσεις συνοδευόμενο από κάποιο γνωστό του.

(β) Αποφυγή των καταστάσεων που προκαλούν φόβο.

Ωστόσο, μέσω αυτών των μηχανισμών ο φόβος και το άγχος διαιωνίζονται.

Πολλοί είναι οι δυσλειτουργικοί τρόποι σκέψης οι οποίοι παίζουν σημαντικό ρόλο στη γένεση και τη διατήρηση του άγχους σε κοινωνικές καταστάσεις. Οι σημαντικότεροι είναι οι ακόλουθοι:

  • Διάβασμα της σκέψης (π.χ. «Αποκλείεται να βγει ραντεβού μαζί μου. Της φαίνομαι άχαρος και βαρετός»): Το άτομο είναι βέβαιο ότι ξέρει πώς σκέφτονται οι άλλοι γι’ αυτό και με σιγουριά καταλήγει στο συμπέρασμα ότι θα το κρίνουν εξίσου αυστηρά και αρνητικά, όπως το ίδιο κρίνει τον εαυτό του.
  • Πρόβλεψη του μέλλοντος (π.χ. «Μόλις ο καθηγητής ρωτήσει τα ονόματά μας, η φωνή μου θα τρεμουλιάσει και θα ντροπιαστώ μπροστά σε όλους»): Το άτομο προβλέπει τη χειρότερη δυνατή έκβαση για μία κατάσταση και έτσι αγχώνεται προκαταβολικά. Αυτό μπορεί να συμβαίνει για ημέρες, εβδομάδες ή και μήνες πριν βρεθεί στη συγκεκριμένη κατάσταση και ως εκ τούτου συμβάλλει ενεργά στην εκπλήρωση της πρόβλεψής του.
  • Προσωποποίηση (π.χ. «Κατάλαβαν το άγχος μου και με σχολιάζουν»): Το άτομο υποθέτει ότι οι άλλοι εστιάζουν σε αυτό την προσοχή τους με αρνητικό τρόπο και είναι σίγουρο ότι κάτι που συζητούν ή μία γκριμάτσα τους αφορά στο ίδιο προσωπικά.
  • Καταστροφοποίηση (π.χ. «Μετά από λίγα λεπτά θα καταλάβουν ότι δεν έχω τίποτα να πω και θα φαίνομαι σε όλους βαρετός»): Το άτομο, υπερβάλλοντας, θεωρεί καταστροφικό να αντιληφθεί κάποιος τρίτος το άγχος και την αμηχανία του.
Αντιπροσωπευτικά μηνύματα

Xαίρετε. Είμαι 19 ετών, πρωτοετής φοιτήτρια. Έχω απελπιστεί και χρειάζομαι τη βοήθειά σας. Όταν βρίσκομαι σε κλειστούς χώρους ή σε χώρους που δεν γνωρίζω, δεν νιώθω καθόλου άνετα. Ειδικότερα στη σχολή, στον φόβο ότι πρέπει να μιλήσω μπροστά σε όλους, ή μελλοντικά να κάνω μία παρουσίαση μπροστά στο κοινό, σφίγγομαι και με λούζει κρύος ιδρώτας. Έχει συμβεί να παρουσιάζω εργασία στο σχολείο και να τρέμουν τα χέρια μου, να μην μπορώ να μιλήσω, να ζαλίζομαι, να κόβεται η αναπνοή μου και να νιώθω ότι η καρδιά μου θα φύγει απ’ το σώμα μου. Δεν μπορώ να κάνω κάτι για να το σταματήσω. Συμβαίνει κυρίως στη σχολή και συχνά όταν συναντώ άτομα καινούργια, μεγαλύτερης ηλικίας ή άτομα που δεν νιώθω βολικά μαζί τους. Διάβασα από τις απαντήσεις της ιστοσελίδας σας ότι πρόκειται για κοινωνικό άγχος. Έχω πιάσει τον εαυτό μου να σκέφτεται αυτό τις περισσότερες ώρες της ημέρας. Μήπως με σηκώσει η καθηγήτρια να διαβάσω κάτι και μου κοπούν τα πόδια, ή να κάνω μία παρουσίαση στην πρακτική μου στο μέλλον. Φοβάμαι πάρα πολύ (π.χ. αποφεύγω να πηγαίνω σε μαθήματα που φοβάμαι ότι θα πρέπει να μιλήσω), με αποτέλεσμα να μη χαίρομαι τη ζωή μου. Για κάποια δευτερόλεπτα συνειδητοποιώ ότι είμαι σαν όλους τους άλλους και ότι δεν έχω κανέναν λόγο να φοβάμαι να μιλάω μπροστά τους, αλλά αμέσως μετά φοβάμαι πάλι. Διαπίστωσα ότι δεν είμαι η μόνη με το συγκεκριμένο πρόβλημα και νιώθω μία μικρή ανακούφιση. Να σημειώσω ότι το άγχος μου αυτό ξεκίνησε στο λύκειο και επιδεινώθηκε καθώς κοντεύει να μου γίνει εμμονή. Δεν έχω την οικονομική ευχέρεια να συμβουλευθώ ψυχολόγο, γι’ αυτό ζητώ την άμεση βοήθειά σας. Συγγνώμη για τον τρόπο που διατύπωσα τις σκέψεις μου. Ευχαριστώ εκ των προτέρων.

Είμαι πρωτοετής φοιτήτρια και ως άνθρωπος είμαι ιδιαίτερα κλειστός. Σκέφτομαι ότι τώρα που ανοίγει μία νέα σελίδα στη ζωή μου είναι καλό να κάνω νέες φιλίες. Όμως, τα τελευταία χρόνια δύσκολα κάνω φιλίες ή διατηρώ τις ήδη υπάρχουσες. Μάλλον βρίσκουν τη συζήτηση μαζί μου βαρετή. Μπορεί επειδή με θεωρούν “φυτό” και δεν συζητάω για αγόρια να με βαριούνται. Σε μία παρέα σπάνια μιλάω ή εκφράζω τη γνώμη μου. Νομίζω πως όλοι βλέπουν τα σπυράκια που έχω στο πρόσωπό μου, ενώ κατά τ’ άλλα είμαι ιδιαίτερα όμορφη. Πώς με συμβουλεύετε να κάνω φιλίες; Πώς να προσεγγίζω τους ανθρώπους;

Έπειτα από ένα περιστατικό που μου συνέβη στο γυμνάσιο, συγκεκριμένα διάβασα μία έκθεση μπροστά στην τάξη και άρχισα να κομπιάζω και να μην μπορώ να αρθρώσω τις λέξεις, έκτοτε αποφεύγω την έκθεση σε κοινό, παρουσιάσεις (η παρουσίαση της διπλωματικής μου ήταν εφιάλτης), δεν μπορώ να παρακολουθήσω τμήμα, π.χ., ξένης γλώσσας που απαιτεί ανάγνωση. Γενικά ο φόβος αυτός μου περιορίζει τις φιλοδοξίες μου… Υπάρχει τρόπος αυτοβοήθειας για τον φόβο αυτό; Ή είναι απαραίτητη η επίσκεψη σε ειδικό; Ευχαριστώ.

Καλησπέρα. Αποφάσισα να σας γράψω κι εγώ το πρόβλημά μου γιατί δεν έχω το θάρρος να το πω σε κανέναν. Απ’ όσο θυμάμαι τον εαυτό μου μέχρι και σήμερα, είμαι πολύ έως υπερβολικά πολύ ντροπαλή. Ντρέπομαι να βγω έξω, να μιλήσω, να φάω μπροστά σε κόσμο, να πάω για ψώνια κ.λπ. Όταν μιλάω νιώθω τόση ντροπή που γίνομαι κατακόκκινη και χάνω τα λόγια μου, με αποτέλεσμα να νιώθω γελοία. Δεν έχω φίλους και πιστεύω πως κανείς δεν με θέλει για παρέα γιατί με βρίσκει βαρετή. Όλοι βλέπουν πόσο ντροπαλή είμαι και είμαι σίγουρη πως με σχολιάζουν πίσω από την πλάτη μου. Δεν μπορώ να ανοιχτώ σε κανέναν και με τον καιρό κλείνομαι όλο και περισσότερο στον εαυτό μου. Κάποτε μάλιστα στο σχολείο μία συμμαθήτριά μου, βλέποντάς με έτσι συνεσταλμένη, μου είχε πει “Σε λυπάμαι”. Το πώς ένιωσα εκείνη τη στιγμή δεν περιγράφεται. Όσον αφορά στις σχέσεις με το άλλο φύλο, η κατάσταση είναι δραματική. Όποτε με πλησιάζει κάποιος, αισθάνομαι τόση αμηχανία που ακόμη και χωρίς να το θέλω τον διώχνω. Τι εννοώ; Εννοώ πως δεν μιλάω γιατί ντρέπομαι, οπότε οι άλλοι νομίζουν πως δεν ενδιαφέρομαι και φεύγουν. Έτσι, λοιπόν, έφθασα 25 χρονών και δεν έχω κάνει ποτέ σχέση. Πριν από τρία χρόνια μού άρεσε πολύ ένα παιδί και για πρώτη φορά στη ζωή μου αποφάσισα να κάνω μία προσπάθεια και να τον διεκδικήσω. Του το έδειξα, αλλά αυτός το μόνο που έκανε ήταν να το πει σε όλο το γυμναστήριο (εκεί τον είδα) και να με κάνει ρεζίλι. Κάθε φόρα που πήγαινα, ένιωθα τα βλέμματα όλων στραμμένα επάνω μου και να σχολιάζουν την κάθε μου κίνηση. Τότε ήταν που επιδεινώθηκε η κατάστασή μου (η ντροπή). Συνέχισα, όμως, να πηγαίνω γιατί προσπάθησα να το αντιμετωπίσω και όχι να το βάλω στα πόδια. Ωστόσο, ένιωθα τόσο γελοία που δεν άντεξα για πολύ και σταμάτησα. Τότε έπεσα σε κατάθλιψη και απομονώθηκα από όλους. Δεν έκανα τίποτα, παράτησα τη σχολή και έμενα συνέχεια κλεισμένη στο σπίτι (όχι γιατί δεν ήθελα να βγω, αλλά γιατί φοβόμουν να βγω έξω). Ένιωθα τόσο άχρηστη… Μετά από 2 χρόνια μπόρεσα να ξανασταθώ στα πόδια μου και αποφάσισα να συνεχίσω τις σπουδές μου. Γνώρισα κάποιον και βγήκα μαζί του, αλλά όλο το βράδυ ένιωθα πολύ αμήχανα. Δεν μιλούσα παρά μόνο όταν με ρωτούσε κάτι, απαντούσα μονολεκτικά και στο τέλος δεν είχε τι άλλο να πει και κατάλαβα ότι βαρέθηκε. Από τότε δεν τον ξαναείδα. Τώρα πια νιώθω ακόμη πιο χάλια και έχω εξαφανιστεί από όλους. Δεν έχω διάθεση για τίποτα. Όσο και αν προσπάθησα, νομίζω ότι ποτέ δεν θα μπορέσω να το ξεπεράσω αυτό το κόλλημα. Είμαι σίγουρη πως πάσχω από κοινωνική φοβία, αλλά δεν ξέρω τι να κάνω. Σε ψυχολόγο ντρέπομαι να πάω. Εσείς τι με συμβουλεύετε;

Καλησπέρα. Είμαι 21 χρονών φοιτητής σε άλλη πόλη από αυτή που γεννήθηκα. Δυστυχώς δεν έχω κάνει σχέση με κοπέλα ούτε είχα κάποια ερωτική επαφή ποτέ, κάτι που όπως είναι λογικό μου δημιουργούσε και εξακολουθεί να μου δημιουργεί άγχος. Τα προηγούμενα χρόνια δεν ένιωθα καλά με τον εαυτό μου και ειδικά μετά την είσοδό μου στο πανεπιστήμιο η κατάσταση χειροτέρεψε. Δεν ένιωθα καλά με την εμφάνισή μου και κυρίως με τη φωνή μου γιατί πιστεύω ότι δεν μιλάω καθαρά και ότι κουράζω τους άλλους όταν προσπαθώ να τους μιλήσω. Δεν πολυέβγαινα απ’ το σπίτι γενικά και είχα φθάσει σε μία κατάσταση που όταν έβγαινα έξω ένιωθα άγχος ότι με κοιτάνε όλοι και με έλουζε κρύος ιδρώτας κυριολεκτικά, δημιουργώντας μου μία πολύ δυσάρεστη αίσθηση σε όλο μου το κορμί. Ντρεπόμουν ακόμη και να μιλήσω με κάποιον στο τηλέφωνο έστω και αν ήταν με κάποιον άγνωστο. Φυσικά, όπως είναι προφανές, δεν είχα και πολλές φιλικές σχέσεις, ένα άτομο στην πόλη που σπουδάζω και κάποια άτομα που γνώριζα από πριν στην πόλη που γεννήθηκα. Με το παιδί εδώ όποτε ήμασταν μαζί ένιωθα πολύ άνετα και περνάγαμε πολύ καλά όσο ήμασταν οι δυο μας. Έβγαζα προς τα έξω έναν πολύ ευχάριστο χαρακτήρα τον οποίο θα ήθελα να κρατήσω και γενικότερα. Παρ’ όλα αυτά όποτε ερχόταν και κάποιος τρίτος στην παρέα ένιωθα πάλι άβολα και δεν πολυμίλαγα. Με τους παλιούς μου φίλους, όμως, δεν συνέβαινε το ίδιο, ένιωθα συνέχεια άβολα και μίλαγα ελάχιστα, αλλά αυτά τα άτομα συνέχιζαν να με κάνουν παρέα και να ενδιαφέρονται για μένα ακόμη και όταν εγώ δεν επικοινωνούσα μαζί τους. Η αλήθεια είναι ότι με ρωτούσαν για το τι έχω και δεν μιλάω, αλλά και όταν ήθελα να πω κάτι είτε δεν με άκουγαν είτε δεν μου έδιναν σημασία.

Τελικά, μετά από πολλή εσωτερική σκέψη και αφού πέρασαν 2 χρόνια, συμφιλιώθηκα με τον εαυτό μου εν μέρει, ο οποίος άλλωστε σε αυτό το διάστημα άλλαξε και εξωτερικά και εσωτερικά. Έκανα κάποιες προσπάθειες να επικοινωνήσω περισσότερο με τους φίλους μου αλλά χωρίς ιδιαίτερα αποτελέσματα, όπως και εξακολούθησα να έχω πρόβλημα ακόμη και να μιλάω με άτομα του άλλου φύλου. Πολλές φορές σκέφτηκα ότι ίσως δεν ταιριάζω με τα συγκεκριμένα παιδιά και ότι πρέπει να βρω άλλους φίλους, αλλά από την άλλη τις φορές που είχα καλή διάθεση εγώ και ένιωθα άνετα μαζί τους περνούσαμε πολύ καλύτερα από κάθε άλλη φορά, κάτι που δεν έμενε απαρατήρητο και από την πλευρά τους. Επίσης, μου έχει δημιουργηθεί μία επιπλέον ανησυχία για το πώς θα μπορούσα να κάνω σχέση με μία κοπέλα από τη στιγμή που αυτό θα προϋπέθετε να ανοιχτώ σε αυτή και να μάθει αυτά τα όχι και τόσο φυσιολογικά πράγματα για τη ζωή μου, οπότε και θα με απέρριπτε. Χώρια του ότι θα της άξιζε κάτι καλύτερο και πιο φυσιολογικό από εμένα. Αυτό που θα ’θελα να ρωτήσω, λοιπόν, αφού περιέγραψα λίγο-πολύ την κατάστασή μου είναι αν πρέπει να απευθυνθώ σε κάποιον ειδικό ψυχολόγο, σκέψη την οποία έχω απορρίψει πολλές φορές, μιας και παλαιότερα πίστευα ότι μπορούσα να το αντιμετωπίσω από μόνος μου, αλλά χωρίς ιδιαίτερο αποτέλεσμα τελικά. Ευχαριστώ πολύ για τον χρόνο σας.

Συνήθεις ερωτήσεις και απαντήσεις

Πώς αντιμετωπίζεται η κοινωνική φοβία;

Η καταλληλότερη μορφή ψυχοθεραπείας είναι η γνωσιακή-συμπεριφοριστική, η οποία στη συγκεκριμένη περίπτωση βασίζεται σε τρεις άξονες: Ο πρώτος σχετίζεται με τον τρόπο που βλέπουμε τα πράγματα και η θεραπεία αποσκοπεί στην αλλαγή του τρόπου που το άτομο βλέπει τον εαυτό του ή τους άλλους. Ο δεύτερος άξονας σχετίζεται με την έκθεση σε κοινωνικές καταστάσεις που αποφεύγει το άτομο και η θεραπεία το βοηθά να μπορέσει να χαλαρώσει ενώ βρίσκεται σε μία από τις καταστάσεις που του προκαλεί φόβο. Για να διευκολυνθεί η διαδικασία της έκθεσης, το άτομο μαθαίνει τεχνικές διαχείρισης του άγχους, όπως ασκήσεις χαλάρωσης κ.λπ. Οι εμπειρίες αυτές το βοηθούν να αλλάξει το νόημα που αποδίδει στις καταστάσεις που του προκαλούν άγχος, ή αλλιώς να αλλάξει τον τρόπο που σκέπτεται για αυτές. Έτσι, σταδιακά αλλάζει η εκτίμησή του για το αν είναι σε θέση να τις αντιμετωπίσει. Τέλος, ο τρίτος άξονας αφορά στις κοινωνικές δεξιότητες και η θεραπεία βοηθά το άτομο να μάθει εκείνες τις δεξιότητες που θα του επιτρέψουν να νιώθει μεγαλύτερη αυτοπεποίθηση και λιγότερο άγχος σε μία κοινωνική κατάσταση.

Τι μπορώ να κάνω για να γνωρίσω νέους φίλους;

Μερικές πρακτικές συμβουλές είναι οι ακόλουθες:

  • Χαιρετήστε και χαμογελάστε στους συμφοιτητές σας που συμπαθείτε. Συνεχίστε για μερικές ημέρες ώστε να νιώσετε πιο άνετα μαζί τους και να μπορέσετε να τους μιλήσετε.
  • Κάντε ένα σύντομο σχόλιο για ένα κοινό στοιχείο της ζωής σας (π.χ. για το μάθημα ή τον καθηγητή) και αρχικά μιλήστε για θέματα κοινού ενδιαφέροντος (π.χ. ένα μέρος που έχετε πάει και οι δύο διακοπές).
  • Μην ξεκινήσετε αμέσως να ζητάτε συγκεκριμένες πληροφορίες. Κάντε στον συνομιλητή σας γενικές ερωτήσεις (που να μην απαντώνται με ένα ναι ή ένα όχι) και αφήστε τον να μιλήσει.
  • Ακούστε τι έχει να πει. Χαμογελάστε, δείξτε ότι έχετε φιλική διάθεση και ότι απολαμβάνετε την παρέα του. Όταν σας μιλάει, σκύψτε προς το μέρος του ή πλησιάστε για να δείξετε ότι προσέχετε. Κάντε του ερωτήσεις γι’ αυτά που σας λέει και τα οποία να αφορούν στον ίδιο.
  • Να μιλάτε αρκετά δυνατά, να κάνετε συχνή βλεμματική επαφή και να έχετε σχετικά χαλαρή στάση σώματος (όχι σταυρωμένα χέρια και πόδια).
  • Δουλέψτε μαζί με τους συμφοιτητές σας (αναλάβετε μαζί εργασίες κ.λπ.).
  • Γενικώς προσπαθήστε να μοιράζεστε σκέψεις, συναισθήματα, απόψεις και δραστηριότητες με τους ανθρώπους που σας ενδιαφέρουν.

Να θυμάστε:

  • Αρχικά όλοι οι άνθρωποι νιώθουν αμήχανα όταν κάνουν μία καινούργια γνωριμία. Αυτό είναι φυσικό και υποχωρεί καθώς γνωρίζουν καλύτερα τον άλλο.
  • Όλοι κάποιες φορές αποτυγχάνουν. Σε κάθε προσπάθεια μιας νέας γνωριμίας, υπάρχει ο κίνδυνος της απόρριψης. Δεν μπορείτε να αρέσετε σε όλους.
  • Το κλειδί είναι να εξασκείστε και να προσπαθείτε σε κάθε ευκαιρία.

Αν προσπαθήσετε να εφαρμόσετε τα παραπάνω είναι σίγουρο ότι τα πράγματα θα είναι λίγο καλύτερα. Ωστόσο, δεν θα πρέπει να απογοητευθείτε στην περίπτωση που δεν επιτύχετε όλα όσα θα θέλατε. Δεν θα σημαίνει ότι έχετε αποτύχει, αλλά ότι έχετε κάνει μία πολύ καλή αρχή στην αντιμετώπιση των δυσκολιών σας και ότι έχετε αποκτήσει πολύτιμες εμπειρίες. Αν νιώσετε την ανάγκη, μπορείτε πάντα να συνεργαστείτε με έναν ειδικό για να βοηθηθείτε περισσότερο.

Πώς μπορώ να προσεγγίσω κάποιο άτομο του αντίθετου φύλου;

Οι «συμβουλές» που ακολουθούν αφορούν στο άτομο (ανεξαρτήτως φύλου) που θα πάρει την πρωτοβουλία, αλλά οπωσδήποτε έχουν αξία και για το άτομο που θα είναι αποδέκτης του ενδιαφέροντος ενός άλλου προσώπου. Θα περιοριστούμε σε κάποια πρακτικά ζητήματα, καθώς είναι αδύνατον να αναφερθούμε σε όλες τις όψεις της γνωριμίας με ένα πρόσωπο του άλλου φύλου.

Αρχικά μπορείτε να προτείνετε να κάνετε μαζί μία καθημερινή δραστηριότητα (π.χ. να πάτε για καφέ μετά το μάθημα) αντί να ξεκινήσετε με κάτι πιο «επίσημο» (π.χ. να πάτε για φαγητό). Το πρόσωπο που σας ενδιαφέρει θα νιώσει πολύ πιο άνετα να αποδεχθεί την πρότασή σας και έτσι θα έχετε μία ευκαιρία να γνωριστείτε.

Μιλήστε για κοινά σας βιώματα (π.χ. για τη ζωή στη σχολή, τα μαθήματα κ.λπ.) και μετά αναζητήστε κοινά ενδιαφέροντα. Μιλήστε για τα ενδιαφέροντά σας, τα σχέδιά σας, τις δραστηριότητές σας. Κάντε γενικές ερωτήσεις (που να μην απαντώνται με ένα ναι ή ένα όχι) και αφήστε τον συνομιλητή σας να μιλήσει. Ακούστε με προσοχή τι προσπαθεί να σας πει. Αν θέλετε, μπορείτε να δώσετε έναν πιο προσωπικό τόνο στη συζήτηση, αναφέροντας τις σκέψεις και τα συναισθήματά σας για κάποιο ζήτημα.

Αν τα πράγματα πάνε καλά στην πρώτη σας επαφή, μπορείτε να προ- χωρήσετε σε κάτι πιο επίσημο. Σκοπός εδώ δεν είναι η πρόταση να γίνει αποδεκτή (όπως στην προηγούμενη περίπτωση), αλλά να εξερευνήσετε το ενδιαφέρον του άλλου προσώπου για εσάς.

Σχεδιάστε από πριν τι πρόκειται να πείτε και κάντε μία συγκεκριμένη πρόταση (π.χ. «Θέλεις να πάμε για φαγητό την Τετάρτη το βράδυ;» και όχι «Τι κάνεις αύριο το βράδυ;»). Είναι σημαντικό να αφήσετε κάποιο χρονικό περιθώριο και να μην προτείνετε κάτι για την ίδια ή την επόμενη ημέρα. Με αυτό τον τρόπο, δίνετε την ευκαιρία στο πρόσωπο που σας ενδιαφέρει είτε να αποδεχθεί είτε να απορρίψει την πρότασή σας, χωρίς να έλθει κανένας από τους δύο σε δύσκολη θέση. Αν αποδεχθεί, δεν θα δείξει ότι «κάνει σαν τρελός/ή για εσάς» και ότι άλλαξε όλο το πρόγραμμά του/ης για να συναντηθεί μαζί σας. Αν αρνηθεί, θα μπορεί να σας δώσει μία ευγενική δικαιολογία σχετικά με τον χρόνο ή τον τόπο (π.χ. «Λυπάμαι, αλλά την Τετάρτη το βράδυ γιορτάζει ο ξάδελφός μου»). Βέβαια υπάρχει και η περίπτωση να έχει όντως κάποια δέσμευση οπότε είτε θα σας προτείνει μόνος/η του/ης κάποια άλλη διευθέτηση είτε θα σας ζητήσει να προτείνετε κάτι άλλο (π.χ. «Δεν μπορούμε να τα πούμε κάποια άλλη ημέρα, γιατί την Τετάρτη έχω μία υποχρέωση που δεν μπορώ να αναβάλω;»). Ιδιαίτερη σημασία έχει και η μη λεκτική επικοινωνία, όπως ο τόνος της φωνής, η έκφραση του προσώπου, η διάθεση κ.λπ., προκειμένου να καταλάβετε αν είστε αντιμέτωπος με μία αρνητική απάντηση ή με μία πρακτική δυσκολία.

Είναι σημαντικό να θυμάστε ότι ακόμη και αν αποδεχθεί το ραντεβού, δεν σημαίνει υποχρεωτικά ότι θέλει να είστε μαζί – μπορεί απλώς να θέλει να σας γνωρίσει καλύτερα προτού αποφασίσει. Σκοπός σας είναι να περάσετε και οι δύο ευχάριστα και όχι να τον/ην «πείσετε» να είστε μαζί.

Επίσης, αν το πρόσωπο που σας ενδιαφέρει αρνηθεί, δεν σημαίνει ότι έχετε κάποιο πρόβλημα. Μπορεί να περνάει μία δύσκολη περίοδο, να έχει κάποια άλλη δέσμευση, ή απλώς να μην ταιριάζετε κατά τη γνώμη του/ης. Σίγουρα και εσείς γνωρίζετε πολλά άτομα του άλλου φύλου που θεωρείτε ότι είναι «μία χαρά», αλλά παρ’ όλα αυτά δεν σας ελκύουν ερωτικά, ή που παρότι αρέσουν σε εσάς δεν αρέσουν σε φιλικά σας πρόσωπα.

Πώς εξηγείται το να ιδρώνει κάποιος πολύ όταν βρίσκεται με άλλους;

Αν το φαινόμενο του έντονου ιδρώματος περιορίζεται σε κοινωνικές περιστάσεις, είναι πολύ πιθανό να αποτελεί εκδήλωση κοινωνικού άγχους. Η υπερβολική αυτή εφίδρωση εξαιτίας του άγχους παρότι δεν είναι επιβλαβής είναι αναμενόμενο να προκαλεί αμηχανία στο πλαίσιο κοινωνικών συναναστροφών, όπως και άλλα συμπτώματα του άγχους που είναι πιθανόν να γίνουν αντιληπτά από τον συνομιλητή μας, π.χ. έντονο κοκκίνισμα του προσώπου, ο τρόμος των χεριών κ.λπ. Όπως καταλαβαίνετε, σε τέτοιες περιπτώσεις ενεργοποιείται ένας φαύλος κύκλος, καθώς το άγχος προκαλεί εφίδρωση και ο φόβος ότι η εφίδρωση αυτή θα γίνει αντιληπτή από τον συνομιλητή μας μας προκαλεί εντονότερο άγχος, το οποίο με τη σειρά του αυξάνει την εφίδρωση, κ.ο.κ.