Αυτονόμηση από την οικογένεια

Κεφάλαιο από το βιβλίο Μιλήστε με έναν ειδικό, των Γ. Ευσταθίου, Φ. Λέκκα, Χ. Βαρβέρη, & Ε. Κονσουλίδου.

Συνάδελφοι που βοήθησαν σε μία αρχική αποδελτίωση των απαντήσεων: Μ. Τασσιοπούλου .

Η αυτονόμηση από τη γονεϊκή οικογένεια είναι ένα συναισθηματικό κατά κύριο λόγο ζήτημα, αλλά έχει και πρακτικές διαστάσεις. Συνήθως, τα προβλήματα στην αυτονόμηση προκαλούνται είτε λόγω κάποιας προσωπικής δυσκολίας ή/και της συναισθηματικής ανασφάλειας του ίδιου του ατόμου, είτε λόγω πολύ παρεμβατικών γονέων που θέτουν εμπόδια στην απομάκρυνσή του από την οικογένεια.

Η σύγκρουση του ατόμου με τις γονεϊκές αρχές και αξίες είναι ένα από τα κυρίαρχα προβλήματα αυτονόμησής του. Ωστόσο, η αποδέσμευση από την οικογένεια και η διαμόρφωση μιας προσωπικής αντίληψης για τη ζωή είναι από τους κυριότερους αναπτυξιακούς στόχους της ενηλικίωσης. Η διαδικασία αυτή συντελείται συνήθως υπό την πίεση εξωτερικών παραγόντων (π.χ. λόγω σπουδών), αλλά το σημαντικότερο είναι να συντελεστεί σε ψυχολογικό επίπεδο, δηλαδή να μπορεί το άτομο να εκφράζεται ελεύθερα χωρίς να νιώθει ότι αυτό είναι λάθος, παρότι οι γονείς του είναι αντίθετοι. Η ψυχολογική αποδέσμευση από τη γονεϊκή οικογένεια ουσιαστικά συνίσταται στην αξιολόγηση των αρχών και των απόψεων που επικρατούν σε αυτήν, με σκοπό την επιλεκτική υιοθέτησή τους, την ανάπτυξη νέων στη θέση αυτών που απορρίπτονται και την τελική σύνθεση όλων αυτών σε μία ενιαία ατομική κοσμοθεωρία. Αυτή η διαδικασία δεν είναι πάντοτε εύκολη, καθώς οι περισσότεροι άνθρωποι, σε μεγαλύτερο ή μικρότερο βαθμό, στη νεαρή τους ηλικία τείνουν να αποδέχονται a priori τις απόψεις που επικρατούν στην οικογένειά τους.

Στο πλαίσιο αυτό, η διαδικασία αυτονόμησης ξεκινά με αφορμή τη διάσταση απόψεων για ένα συγκεκριμένο ζήτημα και την εσωτερική σύγκρουση που το ενήλικο πια άτομο βιώνει στην προσπάθειά του να ακολουθήσει την προσωπική του επιλογή, αλλά αν είναι δυνατόν κάνοντας και τους γονείς ευτυχισμένους και ικανοποιημένους. Σε αρκετές περιπτώσεις, μάλιστα, δυσκολεύεται να θέσει ως προτεραιότητα τις προσωπικές επιθυμίες και τις ανάγκες του.

Συνήθεις παράγοντες που πυροδοτούν τέτοιου είδους προβλήματα είναι:

  • Η μεταβατική φάση στην οποία βρίσκονται πολλοί νέοι άνθρωποι, οι οποίοι παρότι επιθυμούν να κάνουν τις προσωπικές επιλογές τους, παραμένουν οικονομικά εξαρτημένοι από την οικογένεια ή δεν μπορούν να αυτονομηθούν πλήρως οπότε και παραμένουν στην οικογενειακή εστία. Πολλοί παράγοντες μπορεί να περιπλέξουν την κατάσταση αυτή, όπως πρακτικοί περιορισμοί που καθιστούν αναγκαία την επιστροφή του νεαρού ενήλικα στο πατρικό σπίτι συνήθως μετά από απουσία λόγω σπουδών ή παραμονή του στο πατρικό σπίτι κατά τη διάρκεια των σπουδών.
  • Ιδιαίτερα παρεμβατικοί γονείς, με υψηλού βαθμού άγχος για την απομάκρυνση του νεαρού ενήλικα από το σπίτι. Η παρεμβατικότητα των γονέων εκδηλώνεται με πολλούς τρόπους. Από τους συνηθέστερους είναι: (α) τα επικριτικά σχόλια για τις προσωπικές επιλογές του παιδιού. Κατά κανόνα, τα σχόλια αυτά εκφράζονται για τις παρέες, τις σπουδές και τα μαθήματα, τη διαχείριση του χρόνου και πολύ συχνά για την επιλογή ερωτικού συντρόφου. (β) Η άσκηση πίεσης προκειμένου το παιδί να ακολουθήσει την άποψη των γονέων. (γ) Ο καθορισμός ορίων και περιορισμών στις εξόδους, τις παρέες, τις εκδρομές κ.λπ. (δ) Οι διακρίσεις με βάσει το φύλο. Στην περίπτωση αυτή, οι γονείς γίνονται επικριτικοί και περιορίζουν κατά κανόνα τα νεαρά κορίτσια, σε αντίθεση με το αγόρι της οικογένειας στο οποίο εκχωρούν σχετική ελευθερία.

Πολλές φορές, ο νεαρός ενήλικας επιθυμεί να βιώσει εμπειρίες και να γνωρίσει νέα πράγματα, όμως συναντά εμπόδια στη στάση που τηρούν οι γονείς του. Η συμπεριφορά αυτή δεν μπορεί εύκολα να γίνει κατανοητή, ειδικά αν το άτομο έχει προσπαθήσει ιδιαιτέρως να είναι «εντάξει» απέναντι στους γονείς του, με την έννοια ότι δεν δημιουργεί προβλήματα, είναι «καλό» παιδί, είναι συνεπές στις σπουδές, προσπαθεί να μην τους επιβαρύνει οικονομικά κ.λπ. Αναζητά τότε να βρει τι κάνει λάθος και οι γονείς του είναι τόσο άδικοι μαζί του. Ουσιαστικά, διατηρεί την πολύ ισχυρή αντίληψη της παιδικής ηλικίας ότι τα παιδιά φταίνε για την κακή συμπεριφορά των γονιών τους, χωρίς να αμφισβητεί ότι και οι γονείς μπορεί να γίνονται άδικοι ανεξάρτητα από τη δική του συμπεριφορά.

Από την άλλη, η έντονη αντίδραση των γονέων και η σύγκρουση που συνήθως προκύπτει κάνει το άτομο ακόμη και να αμφισβητεί τις επιθυμίες και τις ανάγκες του. Δεδομένου ότι αντιβαίνουν τις απόψεις της οικογένειάς του, δημιουργείται το ερώτημα μήπως η διαφωνία οφείλεται σε δικό του προσωπικό «ελάττωμα». Με άλλα λόγια, θεωρεί ότι οι προσωπικές του ανάγκες και επιλογές μπορεί και να είναι εκ προοιμίου λάθος, ειδικά σε θέματα που αφορούν στην επιλογή ερωτικού συντρόφου. Έτσι, για σημαντικό χρονικό διάστημα, η σύγκρουση που βιώνει το άτομο είναι εσωτερική και προσωπική, μέχρις ότου εκφραστεί ανοιχτά.

Ανεξάρτητα από τον περιορισμό και τη γονεϊκή πίεση που βιώνει, αναπόφευκτα το άτομο συγκρίνει τη δική του κατάσταση με εκείνη των συνομηλίκων του. Από την καθημερινότητα και τη συναναστροφή με άλλους νέους, αντιλαμβάνεται ότι έχουν περισσότερες ελευθερίες, ακόμη και χωρίς προσπάθεια ή διαπραγμάτευση. Επίσης, αναπόφευκτα συγκρίνεται με νέους που δημιουργούν προβλήματα στην οικογένειά τους, αλλά οι γονείς τους δεν καταφεύγουν εναντίον τους με περιορισμούς. Έτσι, η παρεμβατική και περιοριστική συμπεριφορά των γονέων του γίνεται αντιληπτή ως πολύ άδικη και ακατανόητη.

Η κατάσταση αυτή προκαλεί στον νεαρό ενήλικα πολλά δυσάρεστα και αντικρουόμενα συναισθήματα. Από τη μία, διακατέχεται από την έντονη επιθυμία να αυτονομηθεί και να ζήσει τις επιλογές του, από την άλλη, δεν θέλει να δυσαρεστήσει τους γονείς του. Συχνά, νιώθει ενοχές καθώς πιστεύει ότι αν ακολουθήσει τις επιθυμίες και τα όνειρά του, ουσιαστικά στρέφεται εναντίον τους. Ταυτόχρονα, η κατάσταση αυτή πυροδοτεί αγωνία και φόβο. Φόβο για μία οριστική ρήξη και απομάκρυνση από την πατρική οικογένεια και για το μεγάλο κακό που θα προξενήσει στους γονείς του, ειδικά αν πρόκειται για άτομα προχωρημένης ηλικίας ή φόβο μήπως αρρωστήσουν και πεθάνουν εξαιτίας του. Στο ίδιο πλαίσιο, εκφράζεται και ο φόβος ότι η δική του απομάκρυνση από την οικογένεια θα επηρεάσει ανεπανόρθωτα τις σχέσεις του ζευγαριού, ειδικά στην περίπτωση που προϋπάρχουν προβλήματα και εντάσεις.

Έτσι, ενώ το νεαρό άτομο διακατέχεται από την ισχυρή επιθυμία να ακολουθήσει τις επιλογές του, διαπραγματεύεται μέσα του αν θα μπορέσει να είναι συναισθηματικά καλά και να ζήσει ευτυχισμένο, γνωρίζοντας ότι οι γονείς του είναι δυσαρεστημένοι και απογοητευμένοι από εκείνο. Ουσιαστικά, όμως, θα πρέπει να απαντήσει σε ένα θεμελιακό και δύσκολο ερώτημα: Ποιον προτιμά να δυσαρεστήσει: τον εαυτό του ή το οικογενειακό του περιβάλλον;

Μία άλλη κατηγορία προβλημάτων αυτονόμησης πυροδοτείται από δυσκολίες του ίδιου του ατόμου, το οποίο έχει διαμορφώσει και συντηρεί μία σχέση εξάρτησης από τους γονείς του ακόμη και μετά την ενηλικίωσή του. Μία τέτοια κατάσταση δημιουργείται όταν το άτομο πιστεύει ότι δεν μπορεί να τα καταφέρει στηριζόμενο στις δικές του δυνάμεις και στερείται εμπιστοσύνης στον εαυτό του. Ως αποτέλεσμα, στρέφεται σε ένα ή περισσότερα άτομα που είναι πρόθυμα να αναλάβουν τις ευθύνες και τις υποχρεώσεις του, να το βοηθήσουν στην επίτευξη των στόχων του, να του προσφέρουν συναισθηματική υποστήριξη, αλλά ακόμη και να το συνδράμουν στη λήψη αποφάσεων.

Έτσι, σταδιακά, δημιουργείται ένας φαύλος κύκλος, όπου το άτομο στηρίζεται όλο και λιγότερο στις δικές του δυνάμεις και όλο και περισσότερο στρέφεται στο πρόσωπο ή στα πρόσωπα με τα οποία έχει εξαρτητική σχέση, προκειμένου να αντιμετωπίσει τα θέματα που ανακύπτουν στη ζωή του. Ακολουθώντας, όμως, αυτή τη στρατηγική, συνεχίζει να μη δοκιμάζει τις δυνάμεις του και έτσι βυθίζεται ολοένα και περισσότερο σε πεποιθήσεις που υποστηρίζουν ότι χωρίς τους γονείς του δεν μπορεί να καταφέρει τίποτα και ότι αν μείνει μόνο θα χαθεί. Μάλιστα, δεν είναι σπάνιο να νιώθει σαν μικρό παιδί παρότι έχει ενηλικιωθεί. Με τον τρόπο αυτό, η πεποίθηση δεν επαληθεύεται ούτε διαψεύδεται, αλλά λόγω αυτού του φαύλου κύκλου εξακολουθεί να πιστεύει ότι δεν διαθέτει τις ικανότητες για να τα καταφέρει μόνο του.

Η κατάσταση αυτή έχει άμεσες συνέπειες στη ζωή του. Κατ’ αρχάς, η εικόνα του εαυτού επηρεάζεται αρνητικά. Νιώθει σαν μικρό παιδί, θεωρεί ότι δεν μπορεί να τα καταφέρει μόνο του και αισθάνεται τεράστια ανασφάλεια στη σκέψη ότι οι γονείς του δεν θα είναι πάντα διαθέσιμοι. Παράλληλα, αποφεύγει να προχωρήσει σε σημαντικούς τομείς της ζωής του, όπως φιλικές σχέσεις, ερωτικές σχέσεις, επαγγελματική εξέλιξη και σταδιοδρομία, και παραμένει στάσιμο. Παρότι σε αρκετές περιπτώσεις αντιλαμβάνεται τις αρνητικές συνέπειες αυτής της στασιμότητας, εντούτοις την προτιμά από το να αντιμετωπίσει τις ανασφάλειες και τους φόβους του περί προσωπικής επάρκειας.

Ανεξάρτητα από τον παράγοντα που πυροδοτεί τα προβλήματα αυτονόμησης, είναι εμφανές ότι πρόκειται για μία διαδικασία μετασχηματισμού της σχέσης με τους γονείς: από τη σχέση παιδί-γονείς, στη σχέση ενήλικο παιδί-γονείς. Ο μετασχηματισμός αυτός είναι απαραίτητος, καθώς αποτελεί ουσιαστικό βήμα της πορείας της συναισθηματικής εξέλιξης ενός ατόμου και της εισόδου του στην ενήλικη ζωή.

Συμπερασματικά, κατά τη φάση της αυτονόμησής του, το άτομο καλείται να κάνει κάποιες προσωπικές επιλογές, με βάση τα δικά του κριτήρια, γεγονός που προϋποθέτει την αμφισβήτηση κάποιων γονεϊκών αρχών, οι οποίες δεν είναι απαραίτητα σωστές ή λάθος, αλλά απλώς δεν είναι οι προσωπικές του αρχές. Από την άλλη, στα προβλήματα που δημιουργούνται από την τάση εξάρτησης από τους γονείς, το άτομο καλείται να αντιμετωπίσει τον φόβο του απέναντι στο γεγονός ότι ενηλικιώνεται, να εμπιστευτεί την κρίση του και να στηριχθεί στις δικές του δυνάμεις για να ζήσει ουσιαστικά αυτόνομο τη ζωή του.

Αντιπροσωπευτικά μηνύματα

Είμαι σχεδόν 20 χρονών. Πέρασα σε μια σχολή στην επαρχία… Πρέπει να πω ότι πρωταρχικός μου στόχος δεν ήταν η σχολή, αλλά το πού θα ήταν αυτή η σχολή. Ήθελα να περάσω οπουδήποτε αρκεί να ήταν στην επαρχία.

Μέχρι τα 18 μου βίωνα προβλήματα άγχους, κατάθλιψης και πολλές φορές “κρίσεις” (αν μπορώ να τις αποκαλέσω έτσι) σύντομου χρονικού διαστήματος, κάτι σαν να χανόμουνα, να μην ήθελα να επικοινωνήσω με το περιβάλλον. Τότε τα πράγματα με τους γονείς μου ήταν πολύ δύσκολα. Ένιωθα ότι δεν με καταλάβαινε κανείς. Συνεχώς έφταιγα για κάτι στα μάτια τους, ένιωθα ότι διαρκώς με κρίνουν και με απορρίπτουν. Όλες μου οι επιλογές ήταν λάθος, δεν ήμουν ικανή να κάνω κάτι σωστό. Έτσι, ένιωθα ότι τους μισούσα και ήθελα να φύγω από το σπίτι. Ήθελα να ανοίξω τα φτερά μου και να πετάξω.

Και έρχεται η ώρα να φτιάξω το μηχανογραφικό μου. Τσακωνόμουνα 2 εβδομάδες με τον πατέρα μου γιατί ήθελα να δηλώσω επαρχία και δεν με άφηνε. Να μείνω, λέει, στην Αθήνα που θα έχω ένα στρωμένο κρεβάτι και ένα ζεστό φαγητό. Εδώ δεν θα είχαμε περισσότερα έξοδα (σ’ αυτό είχε δίκιο) και θα μπορούσε να με βοηθήσει καλύτερα. Έτσι, σκέφτηκα να φτιάξω 2 μηχανογραφικά: αυτό που θα έδειχνα στους γονείς μου κι αυτό που πραγματικά θα δήλωνα με τις σχολές που ήθελα. Έπειτα, όταν θα έβγαιναν τα αποτελέσματα θα τους έλεγα ότι έκανα κάποιο λάθος στην αρίθμηση. Τα είχα σκεφτεί όλα.

[Εδώ πρέπει να πω ότι ο πατέρας μου είναι ένας άνθρωπος εσωστρεφής, όπως κι εγώ, που δεν συζητάει εύκολα τα προβλήματά του με τους άλλους, ούτε καν με την οικογένειά του.] Ώσπου ένα βράδυ μού το ξεφούρνισε. Είχε σοβαρά προβλήματα με τη δουλειά και δεν μπορούσε σε καμία περίπτωση να με στηρίξει οικονομικά. Δεν ήθελα να τον στενοχωρήσω. Δεν μπορούσα να παίξω τέτοιο παιχνίδι πίσω από την πλάτη του σαν να μη συμβαίνει τίποτα. Έπειτα, σκεφτόμουνα ότι αφού περάσω σε μία σχολή θα αποκτήσω περισσότερες ελευθερίες. Δεν θα μπορούσαν να με ελέγχουν τόσο στενά.

Κι έτσι πέρασα Αθήνα. Στην αρχή ενθουσιάστηκα γιατί η σχολή είχε να κάνει με ένα αντικείμενο που μου άρεσε, αλλά γρήγορα έχασα τον ενθουσιασμό μου. Η αλήθεια είναι ότι ποτέ δεν ήξερα τι πραγματικά ήθελα, τι πραγματικά μου άρεσε. Παράλληλα με τη σχολή (που όσο περνούσε ο καιρός τόσο και λιγότερο την παρακολουθούσα), έκανα μαθήματα σ’ ένα εργαστήριο ελευθέρων σπουδών. Διαπίστωσα ότι μου αρέσει πολύ αυτό το αντικείμενο κι όταν τελείωσα σκέφτηκα να πιάσω μία δουλειά σχετική για να αποκτήσω εμπειρία στον χώρο, και παράλληλα να ολοκληρώσω και τη σχολή που πέρασα στις πανελλήνιες για να έχω ένα αναγνωρισμένο πτυχίο τριτοβάθμιας εκπαίδευσης.

Γρήγορα, όμως, μπήκε η σκέψη στο μυαλό μου να ξαναδώσω εξετάσεις για να περάσω σε σχολή με αντικείμενο συναφές με αυτό που παρακολουθούσα στο εργαστήριο ελευθέρων σπουδών. Γιατί να μην έχω ένα πτυχίο; Δεν είναι αργά για να ξαναπροσπαθήσω. Στη σχολή έκανα στην αρχή περίπου τα ίδια μαθήματα που θα δώσω κι αφού θα τα διάβαζα για να περάσω εκεί γιατί να μην τα διαβάσω για να περάσω σε μία πανεπιστημιακή σχολή; Έτσι, τον Δεκέμβριο γράφτηκα ξανά στο παλιό μου φροντιστήριο προς έκπληξη των καθηγητών. Δεν το είχα πει, όμως, ακόμη στον πατέρα μου. Πάντα φοβόμουν την κριτική του. Πίστευα ότι θα προσπαθούσε να με αποτρέψει, όπως και έκανε. Τις περισσότερες φορές υποχωρούσα σ’ αυτά που ήθελε. Πάντα μάχονταν μέσα μου 2 πλευρές: αυτό που ήθελα εγώ κι αυτό που ήθελαν οι άλλοι (οι γονείς μου). Με έπειθαν ότι αυτό που έλεγαν ήταν το “σωστό”, ενώ αυτό που ήθελα εγώ ήταν “λάθος”. Και διάλεγα συνήθως το “σωστό” τους, διότι διαφορετικά είχαμε καβγάδες μέχρι τα ξημερώματα.

Όταν είπα στον πατέρα μου ότι γράφτηκα στο φροντιστήριο για να ξαναδώσω, έγινε πυρ και μανία που δεν το συζήτησα μαζί του. Από κει και πέρα, κάναμε τον συνηθισμένο διάλογο-μονόλογο κάνα 2ωρο, όπου εκείνος μιλάει-ψέλνει-φωνάζει-ωρύεται κι εγώ τον κοιτάω, κλαίω ακατάπαυστα και δεν βγάζω κουβέντα. Όταν μου φωνάξει, είτε σοβαρά είτε κάνοντας πλάκα, κάτι παθαίνω. Θέλω να ανοίξει η γη και να με καταπιεί. Με πιάνει ένα αίσθημα δυσφορίας και τρέχουν δάκρυα απ’ τα μάτια μου χωρίς να το θέλω και χωρίς να μπορώ να τα σταματήσω. Νιώθω ένα τίποτα, ένα μηδενικό. Αυτό μου συμβαίνει και στις κοινωνικές μου συναναστροφές (τις λιγοστές που έχω), αλλά τουλάχιστον εκεί συγκρατώ τα δάκρυα.

Η ετυμηγορία, λοιπόν, του πατέρα μου ήταν ότι μόλις βρω τα σκούρα τα παρατάω. Προσπαθούσα, λέει, έτσι να καλύψω την αποτυχία μου στη σχολή που είχα περάσει (είχα μείνει σε κάμποσα μαθήματα) και 1,5 χρόνος πήγε στον βρόντο. Πριν του μιλήσω, ένιωθα αήττητη, ότι θα τα καταφέρω. Πίστευα τόσο πολύ στον εαυτό μου! Δεν ξέρω αν έχει δίκιο σ’ αυτά που λέει. Η αλήθεια είναι ότι όταν δυσκολεύομαι σε κάτι έχω την τάση να τα παρατάω. Αλλά πίστευα πως ειλικρινά ήθελα να περάσω σε μία άλλη σχολή και πως ειλικρινά θα τα κατάφερνα. Αλλά το καράβι μου άρχισε να βουλιάζει. Ένιωσα ξαφνικά ότι δεν είμαι ικανή για τίποτα, ότι είμαι μία άχρηστη και ότι ποτέ δεν θα καταφέρω τίποτα στη ζωή μου. Εντέλει, δεν έκανα πίσω και σε 2 μήνες δίνω εξετάσεις. Όμως νιώθω ότι δεν θα τα καταφέρω. Κι όσο το νιώθω, τόσο λιγότερο προσπαθώ. Κι όσο λιγότερο προσπαθώ, τόσο περισσότερο νιώθω ότι δεν θα τα καταφέρω. Θέλω τόσο να μιλήσω σε κάποιον και να με ακούσει, να μου πει τι να κάνω. Έχω καταλήξει πάλι να μην ξέρω τι θέλω να κάνω στη ζωή μου. Κι όμως ξέρω ότι κανείς δεν μπορεί να μου πει τι είναι αυτό που θέλω, παρά μόνο ο εαυτός μου. Αλλά αυτός έχει πάψει να μου μιλάει. Νιώθω ότι σας κούρασα με την πολυλογία μου. Αναρωτιέμαι, όμως, αν υπάρχει κάποιος τρόπος να ανακαλύψω τι είναι αυτό που θέλω και πώς θα μπορέσω να ξεφύγω από την επιρροή του πατέρα μου και να πιστέψω στον εαυτό μου. Σας ευχαριστώ θερμά.

Θα ήθελα να σας περιγράψω το πρόβλημά μου, που είναι το εξής: Είμαι 25 χρονών και έχω πρόβλημα στη σχέση μου με τη μητέρα μου. Η αλήθεια είναι ότι είναι ένας γλυκύτατος άνθρωπος, γεμάτος ζωή και όνειρα, παρά τα 57 της χρόνια. Σε όλη της τη ζωή έβαλε τα δυνατά της για να μας προσφέρει (είμαστε δύο αδερφές) τα καλύτερα, ποτέ δεν μας έλειψε τίποτα και είχαμε αμέριστη συμπαράσταση σε οτιδήποτε κάναμε. Ωστόσο, η σχέση της με τον πατέρα μας είναι κακή ή μάλλον ανύπαρκτη και αυτό συμβαίνει από τη στιγμή που παντρεύτηκαν. Ο πατέρας μου είναι τελείως διαφορετικός άνθρωπος. Δεν έχει όρεξη για τίποτα, όλη μέρα κάθεται στο σπίτι από τη στιγμή που συνταξιοδοτήθηκε (όχι ότι πριν έκανε τίποτα ιδιαίτερο). Αποτέλεσμα αυτού είναι η μοναξιά που ένιωθε η μητέρα μου σε όλη της τη ζωή. Οτιδήποτε κάνει (ταξίδια, σινεμά, θέατρο κ.λπ.) το κάνει είτε μόνη της είτε ζητώντας τη δική μας παρέα. Για αρκετά χρόνια, και εγώ και η αδερφή μου προσπαθήσαμε να καλύψουμε αυτό το κενό που ένιωθε. Τη συνοδεύαμε σε εκδρομές και σε άλλες δραστηριότητες όσο μπορούσαμε (και αρκετά συχνά χωρίς να το θέλουμε πραγματικά). Η αλήθεια είναι ότι είναι τρομερά δυσάρεστο να βλέπεις έναν άνθρωπο που αγαπάς μονίμως στενοχωρημένο και κλαμένο. Τα 2 τελευταία χρόνια, όμως, αυτή η θλίψη που βιώνει η μητέρα μου, και κατά συνέπεια και εμείς, μου έχει γίνει αφόρητη.

Θα ήθελα κάθε φορά που έρχονται διακοπές να μπορώ να κανονίσω κάτι με φίλες μου ή με τον σύντροφό μου, χωρίς να αισθάνομαι τύψεις για τη μητέρα μου, που ξέρω πως αν δεν πάω εγώ μαζί της δεν πρόκειται να πάει πουθενά και θα στενοχωριέται συνεχώς. Όσες φορές το έχω κάνει, δεν μπορώ να πω ότι ένιωσα καλά. Πάντα είχα την έγνοια της και συγχρόνως (και παραλόγως, το ομολογώ) με κατέτρωγαν τύψεις και ενοχές (που επιβεβαιώνονταν βέβαια κατά την επιστροφή μου από τη στενοχώρια που έβλεπα στο πρόσωπό της για τη δική της “κακή μοίρα”). Εδώ και δύο χρόνια νιώθω έντονη την ανάγκη να φύγω από το σπίτι, παρόλο που είμαι άνεργη. Σκέφτομαι να ξεκινήσω κάποιο μεταπτυχιακό στην επαρχία, σαν αφορμή περισσότερο, για να ξεφύγω από την κατάσταση αυτή και να αρχίσω να ορίζω τη ζωή μου όπως εγώ θέλω, χωρίς να λαμβάνω συνέχεια υπόψη τις ανάγκες κάποιου άλλου (εγχείρημα πολύ δύσκολο ούτως ή άλλως για μένα, λόγω του βεβαρημένου με κατάθλιψη και κρίσεις άγχους ιστορικού μου). Την εποχή αυτή προετοιμάζομαι να δώσω εξετάσεις για κάποιο μεταπτυχιακό. Για κακή μου, όμως, τύχη η μητέρα μου προσφέρθηκε να πάρει σύνταξη, για να έρθει να μείνει μαζί μου στην επαρχία. Μεταξύ σοβαρού και αστείου, της δήλωσα ότι θέλω να κάνω τη δική μου ζωή και μου απάντησε ότι δεν θα με ενοχλεί.

Όλοι μου λένε ότι πρέπει επιτέλους να κόψω τον ομφάλιο λώρο και να γίνω πιο σκληρή απέναντί της. Ξέρω ότι αυτό πρέπει να κάνω, πιστέψτε όμως μου είναι πολύ δύσκολο. Ξέρω ότι και να φύγω, πάντα θα κουβαλάω μαζί μου την έγνοια της και την ανησυχία για το αν θα είναι καλά. Επίσης, οι συμβουλές του τύπου “κάθε άνθρωπος είναι υπεύθυνος για τη μοίρα του” και “μάθε να αντιμετωπίζεις τη μητέρα σου σαν να είσαι ενήλικας” δεν με ανακουφίζουν ιδιαίτερα. Πραγματικά, αυτό που θέλω είναι να ξεκινήσω μία νέα ζωή, στην οποία θα νοιάζομαι μόνο για μένα και για τους ανθρώπους με τους οποίους έχω επιλέξει να συναναστρέφομαι (έχω την αίσθηση, επίσης, ότι η εξαρτητική αυτή σχέση που είναι λίγο-πολύ αμφίδρομη δεν μου αφήνει πολλά περιθώρια να δοθώ και να προσφέρω ενδιαφέρον σε άλλους ανθρώπους – άντρες εννοώ, βασικά). Πώς, όμως, θα ξεκινήσω εγώ τη “χαρούμενη” ζωή μου, όταν ξέρω ότι η μητέρα μου είναι δυστυχισμένη και θα είναι στο εξής – αφού θα χάσει από κοντά της τα παιδιά της που δίνουν νόημα στη ζωή της; (αυτά είναι δικά της λόγια). Μπορείτε να με συμβουλέψετε με κάποιον τρόπο; Πώς να ξεπεράσω τις ενοχές μου; Πώς να πάψω να ανησυχώ για εκείνη;

Σας ευχαριστώ πολύ.

Καλησπέρα σας! Αναγνωρίζω ότι το πρόβλημά μου δεν είναι τόσο σοβαρό όπως κάποια άλλα, αλλά εγώ προσωπικά είμαι άσχημα ψυχολογικά. Πλέον κάθομαι στο σπίτι και βάζω τα κλάματα με το παραμικρό! Έχω πρόβλημα με τους γονείς μου! Δεν καταλαβαίνουν ότι έχω μεγαλώσει και ότι θέλω επιτέλους να χαρώ λίγο τη ζωή μου! Κάθε μέρα αν βγω για καφέ (πάντα σε κάποιο μέρος κοντά στο σπίτι και ποτέ κάπου λίγο πιο μακριά για να δω κάτι καινούργιο) στις 12 παρά το πολύ ο πατέρας μου μου στέλνει μήνυμα να επιστρέψω και αν αργήσω τσακώνομαι και με τους δυο! Παράλληλα, ακόμη και αν τους πω μία στο τόσο να αργήσω, θα μου μουτρώσουν, και αν κατά τη γνώμη τους το παρακάνω, θα με πάρουν τηλέφωνο και θα απαιτήσουν να γυρίσω σπίτι! Ο μεγαλύτερος κατά 2 χρόνια αδερφός μου σπουδάζει στην επαρχία και όταν έρχεται κάνει ό,τι θέλει! Και όταν το λέω αυτό, υπάρχει η απάντηση ότι εκείνος είναι αγόρι! Νιώθω πολύ άσχημα κάθε φορά που θα είμαι με τους φίλους μου και κάποιος θα πει: “Πάμε εκεί;”. Εγώ δεν θα μπορώ ποτέ… Δεν θα έχω τη δυνατότητα να κάνω κάτι μη προγραμματισμένο με την παρέα μου! Όσες φόρες έχω μιλήσει γι’ αυτό, μου λένε ότι είναι επικίνδυνα, ότι μία κοπέλα που γυρνά τέτοιες ώρες είναι ελευθέρων ηθών και μου το γυρνάνε στο ότι δεν έχω συνειδητοποιήσει την οικονομική κατάσταση στην οποία βρισκόμαστε και δεν έχουμε λεφτά για βόλτες, παρόλο που γνωρίζω ότι δεν θα δημιουργήσει πρόβλημα το ποσό που θα χαλούσα εγώ! Και μάλιστα τους έχω πει αμέτρητες φορές να βρω δουλειά ώστε να καταρρίψω αυτό το δήθεν επιχείρημα, αλλά η αντίδραση που εισπράττω είναι ειρωνική! Ότι δεν θα τα καταφέρω! Όταν εγώ δήλωσα Αθήνα στο πανεπιστήμιο πίστευα ότι θα άλλαζαν τα πράγματα, αλλά δυστυχώς όχι! Δεν ξέρω πώς να αντιδράσω γιατί δεν θέλω να τους στενοχωρήσω… Είναι και σχετικά μεγάλοι σε ηλικία! Ο μπαμπάς μου είναι 70 ετών και ξέρω ότι στενοχωριέται όταν μαλώνουμε… Ίσως αν δεν ήταν αυτός, να είχα κάνει την “επανάστασή” μου ακόμη και αν έτρωγα το κεφάλι μου, τουλάχιστον θα ήξερα ότι προσπάθησα! Είναι καλοί γονείς και με αγαπούν, αλλά αισθάνομαι εγκλωβισμένη σε ένα χρυσό κλουβί! Δεν καταλαβαίνουν ότι όσο μαθαίνω να υποτάσσομαι σε αυτούς, θα συνηθίσω να υποτάσσομαι στον οποιονδήποτε; Ο αδερφός μου αδιαφορεί γι’ αυτό γιατί μένει αλλού και δεν τον νοιάζει πλέον! Αλλά εγώ δεν αντέχω να μην κάνω πράγματα. Θέλω να ζήσω πράγματα, να αποκτήσω εμπειρίες και να έχω όμορφες αναμνήσεις στη ζωή μου! Να δουλέψω, να δω πώς είναι η πραγματικότητα και ας κάνω λάθος! Οι σωστοί γονείς εκεί θα φανούν. Αν με στηρίξουν στην προσπάθειά μου! Έχετε να μου προτείνετε μία λύση;

Γεια σας! Θέλω και εγώ να σας εκφράσω το πρόβλημα που έχω και το οποίο εμφανίστηκε έντονα τα τελευταία 2 χρόνια περίπου. Η αλήθεια είναι ότι ντρέπομαι αρκετά για αυτό, δυστυχώς όμως δεν μπορώ να το αγνοήσω. Το πρόβλημά μου έγκειται στη συναισθηματική σχέση που έχω με τους γονείς μου. Συγκεκριμένα, παρά την ηλικία μου (30 χρονών) νιώθω ότι δεν θέλω σε καμία περίπτωση να αποχωριστώ τους γονείς μου και δεν αισθάνομαι έτοιμη να αποδεσμευτώ συναισθηματικά. Φυσικά, όπως καταλαβαίνετε αυτό με εμποδίζει από το να συνάψω ειλικρινείς σχέσεις με το άλλο φύλο, αφού ακόμη νιώθω σαν μικρή κοπέλα! Δεν έχω πάρει τη ζωή στα χέρια μου, δεν αναλαμβάνω την ευθύνη για όσα μου συμβαίνουν και όλα τα μοιράζομαι με τους δικούς μου.

Να σημειώσω, επίσης, ότι δεν έχω σταθερή δουλειά. Κάποιος θα μπορούσε πολύ εύκολα να με χαρακτηρίσει “μαμόθρεφτο”, ωστόσο δεν μπορώ να πω ότι οι δικοί μου με μεγάλωσαν με τρόπο ώστε να γίνω κακομαθημένη (τουλάχιστον όσον αφορά τα υλικά αγαθά). Η αλήθεια είναι ότι και οι ίδιοι είχαν μία συναισθηματική εξάρτηση πάντα από τα παιδιά τους, δηλαδή δεν είχαν παρέες, ενδιαφέροντα, περνούσαν ώρες ατελείωτες στο σπίτι, με αποτέλεσμα να ασχολούνται συνεχώς, αλλά καλοπροαίρετα, με τα δικά μας ζητήματα.

Παρατηρώ, ωστόσο, ότι η αδερφή μου, που είναι μάλιστα μικρότερη από μένα κατά 3 χρόνια, έχει αναπτύξει χαρακτήρα τελείως διαφορετικό από τον δικό μου. Είναι ανεξάρτητη, δεν μοιράζεται τα πάντα και ονειρεύεται τη στιγμή που θα φύγει από το σπίτι (δεν την κατηγορώ βέβαια, αντιθέτως τη ζηλεύω). Πρέπει, επίσης, να σας πω ότι η προσκόλληση αυτή που έχω μεγεθύνθηκε στο παρελθόν, ύστερα από κρίσεις πανικού που είχα και από κάποια αγοραφοβία, η οποία με ανάγκασε να κινούμαι πάντα με συνοδεία των δικών μου (δεν την έχω ξεπεράσει τελείως). Έχω καταλάβει πως η εξάρτησή μου αυτή με επηρεάζει σε όλους τους τομείς της ζωής μου: όχι μόνο στις ερωτικές μου σχέσεις, αλλά και στις φιλικές. Στην πραγματικότητα, δεν νιώθω έντονη την ανάγκη να δεθώ με άλλους ανθρώπους, αφού έχω συναισθηματική κάλυψη από τους γονείς μου. Οι όποιας φύσης σχέσεις μου είναι επιφανειακές, δεν δίνω πραγματικά τον εαυτό μου και δεν προσπαθώ να γνωρίσω εις βάθος τους άλλους. Επίσης, είμαι άτολμη όσον αφορά στα επαγγελματικά μου, δεν κυνηγάω πολλά πράγματα, αφού ξέρω ότι βρίσκονται εκεί οι γονείς μου που προς το παρόν μπορούν να με συντηρήσουν.

Ξέρω ότι όλο αυτό σας ακούγεται αρρωστημένο και πράγματι είναι. Τον τελευταίο καιρό προσπαθώ να αποδεσμευτώ συναισθηματικά, αλλά δεν μου είναι εύκολο (πάντως και οι ίδιοι οι γονείς μου το επιθυμούν). Κάνω τη σκέψη “φαντάσου τι θα έκανες αν δεν ζούσαν οι δικοί σου” και μερικές φορές ξεκουνιέμαι και γίνομαι λίγο πιο δραστήρια. Είναι, όμως, κάτι που δεν το επιθυμώ πραγματικά και πολύ εύκολα σταματώ την προσπάθεια. Πολλές φορές η σκέψη αυτή μου προκαλεί έντονο άγχος και αισθάνομαι ότι αν ξαφνικά βρισκόμουν μόνη στη ζωή θα τα έχανα, θα ένιωθα φτερό στον άνεμο. Δεν ξέρω τι να κάνω. Υπάρχει νομίζετε κάτι που μπορεί να με βοηθήσει;

Έχω πρόβλημα με τους γονείς μου οι οποίοι διαφωνούν με τη σχέση που διατηρώ με ένα παιδί 26 χρονών, υδραυλικός (Έλληνας) στο επάγγελμα, ενώ εγώ έχω τελειώσει πανεπιστήμιο και μάστερ στο εξωτερικό. Με το παιδί είμαστε μαζί 4 χρόνια, δηλαδή από τότε που έφυγα από την Ελλάδα. Τον ήξερα μόνο έναν μήνα πριν φύγω. Μετά επικοινωνούσαμε συνέχεια και πάντα στήριζε ο ένας τον άλλο γιατί αγαπηθήκαμε πολύ. Τον έβλεπα 1 μήνα τα Χριστούγεννα, 1 μήνα το Πάσχα και 3 μήνες το καλοκαίρι εδώ και τέσσερα χρόνια. Περάσαμε πολλά, και καλά και κακά μαζί. Είμαι κοινωνική και πάντα έκανα συγκρίσεις χαρακτήρων και έλεγα ότι το αγόρι μου είναι το πιο τέλειο.

Σχεδόν ποτέ δεν είχα πρόβλημα με το επάγγελμά του. Κάποιες φορές με πείραζε γιατί δεν μπορούσα να μιλήσω μαζί του τα ίδια θέματα που συζητάω και με τους συμφοιτητές μου. Πάντως μου αρέσει ο χαρακτήρας του, ταιριάζουμε σε πολλά. Τον πρώτο χρόνο που τα είχαμε το είπα στη μητέρα μου και αυτή μόνο που δεν έπαθε έμφραγμα. Έτσι, την επόμενη ημέρα της είπα ψέματα ότι τα χάλασα. Η μητέρα μου ηρέμησε και μπορούσα να βγαίνω όποτε ήθελα. Κατά καιρούς προσπαθούσα να ανοίξω συζητήσεις και να τους πω πόση σημασία έχει ο χαρακτήρας και παθήματα άλλων φιλενάδων μου, χωρίς να αποκαλύψω κάτι συγκεκριμένο. Ο πατέρας μου ανένδοτος, λέγοντας ότι έχω μεγαλώσει στα ιδιωτικά, ότι δεν μου αξίζει κάτι τέτοιο και ότι θα με αποκληρώσει εάν παντρευόμουν έναν τέτοιο άνθρωπο. Πάλι δεν έλεγα τίποτα.

Δεν άντεχα άλλο να λέω ψέματα για το πού πάω κάθε ημέρα. Έτσι, πριν από μία εβδομάδα το είπα στη μητέρα μου, αφού με ψιλοπίεσε, υποστηρίζοντας ότι η αδερφή μου (δίδυμη) της τα λέει όλα (έχοντας σχέσεις με άτομα “πανεπιστήμιου”, οι οποίες δεν καταλήγουν σε ό,τι καλύτερο). Και τελικά της είπα όλη μα όλη την αλήθεια και μόνο που δεν έπαθε νευρικό κλονισμό. Μου είπε κατευθείαν να τον χωρίσω μόλις άκουσε το επάγγελμά του, παρότι εγώ της έλεγα ότι έχει δικό του αμάξι, μένει με την αδερφή του, και βγάζει καλά λεφτά, και είναι πολύ σωστός. Η μητέρα μου επέμενε ότι θα κάνω μεγάλο κακό στην οικογένειά μου εάν τον παντρευτώ.

Μετά από τρεις ημέρες το έμαθε και ο πατέρας μου γιατί η μητέρα μου δεν μπορούσε να αντέξει στην ιδέα ότι έβγαινα ακόμη μαζί του. Της είχα πει να μου δώσει χρόνο να δω τι θα κάνω, να δω πού βαδίζω με αυτό το παιδί. Εκείνη, όμως, το είπε στον πατέρα μου, ο οποίος μου είπε ότι δεν είμαι στα καλά μου και ότι δεν με σπούδαζε τόσο καιρό για να πάρω έναν αγράμματο, και ότι θα έχει μετά δυο παιδιά αντί για τρία που έχει τώρα. Ο πατέρας μου είναι δημόσιος υπάλληλος και η μητέρα μου έχει δικό της μαγαζί.

Αυτή τη στιγμή είμαι πάρα πολύ μπερδεμένη και δεν ξέρω τι να κάνω. Με έχουν κάνει να νιώθω ντροπή για το άτομο με το οποίο είμαι μαζί και ντροπή που τους έχω γονείς, ενώ τους αγαπώ πάρα πολύ. Το αγόρι μου τα ξέρει όλα και έχει αγανακτήσει μαζί τους, αλλά και πάλι μου λέει ότι όποτε χρειαστεί, εάν θελήσω, με αρραβωνιάζεται χωρίς περιουσία πράγμα που το θέλει πολύ, αλλά βλέπει ότι εγώ δεν θέλω κάτι τέτοιο τώρα. Πρόσφατα μετακόμισε και μένει μόνος του, λέγοντας ότι το κάνει και για μένα, να είμαι πιο άνετα εγώ. Έτσι νιώθω ακόμη χειρότερα σαν να έχω μία επιπλέον ευθύνη.

Δεν ξέρω τι να κάνω. Νιώθω ο ένας να με τραβάει από τη μία και ο άλλος από την άλλη. Δεν μπορώ να κοιμηθώ τα βράδια ούτε και να ηρεμήσω, γιατί και το χατίρι των γονιών μου δεν κάνω και ξοδεύω τον χρόνο του συντρόφου μου και του κάνω τη ζωή δύσκολη, αφού θα πρέπει να σας ομολογήσω ότι μέσα μου κάτι έχει αλλάξει. Σας χιλιοευχαριστώ!

Συνήθεις ερωτήσεις και απαντήσεις

Πώς θα καταφέρω να αυτονομηθώ από την οικογένειά μου;

Καθώς οι άνθρωποι περνούν σταδιακά στο στάδιο της ενηλικίωσης, συχνά νιώθουν ότι οι γονείς τους περιμένουν από αυτούς να συνεχίσουν να συμπεριφέρονται όπως παλιά, ικανοποιώντας εσαεί τις προσδοκίες τους. Τα παιδιά εξαρτώνται σε σημαντικό βαθμό από τους γονείς τους και χρειάζονται κάποιον να τα φροντίζει και να τους λέει τι πρέπει να κάνουν. Όταν όμως φθάνουν στο στάδιο της ενηλικίωσης και ξεκινά η διαδικασία αυτονόμησης αρχίζουν να προσπαθούν να σταθούν στα δικά τους πόδια.

Τότε συχνά εκδηλώνονται προβλήματα στις σχέσεις με τους γονείς. Τα παιδιά καθώς μεγαλώνουν αλλάζουν και προσπαθούν να ανακαλύψουν τι τους ταιριάζει ως ενήλικες. Η οικογένειά τους μπορεί να μην κατανοεί ή να μην αποδέχεται αυτή την αλλαγή, περιμένοντας ότι το παιδί τους θα συμπεριφερθεί όπως παλιά. Αυτό είναι ένα απολύτως φυσιολογικό φαινόμενο της διαδικασίας αυτονόμησης – άλλωστε και οι γονείς σας διανύουν μία απολύτως φυσιολογική φάση της ζωής τους: πρέπει να μάθουν να σας επιτρέπουν να είστε ανεξάρτητος. Είναι πιθανό ότι όσο δύσκολο είναι για τους γονείς σας να καταλάβουν την ανάγκη σας για αυτονομία, τόσο δύσκολο είναι και για εσάς να καταλάβετε την αντίστασή τους να σας επιτρέψουν να αυτονομηθείτε. Πρέπει να τους διδάξετε πώς να σας επιτρέψουν να αυτονομηθείτε. Εστιάστε την προσοχή σας στη δική σας συμπεριφορά και δείξτε υπομονή.

Η επίλυση των δυσκολιών δεν σημαίνει υποχρεωτικά οικογενειακή ομοφωνία ως προς τις επιλογές της ζωής σας. Σημαίνει, όμως, αυτονόμηση από την οικογένεια κυρίως σε ψυχολογικό και όχι σε πρακτικό επίπεδο. Συχνά κατά τη διαδικασία αυτονόμησης ενός νέου ανθρώπου ανακύπτουν συναισθήματα ενοχής. Το να νιώθετε ενοχές είναι σε έναν βαθμό κατανοητό, αλλά τα συναισθήματα αυτά αντί να σας βοηθούν σας κρατούν δέσμιο σε μία κατάσταση συναισθηματικής εξάρτησης. Για να επιτύχετε την αυτονομία θα πρέπει να αποκτήσετε τον έλεγχο της ζωής σας.

Επομένως, είναι πολύ σημαντικό να καθορίσετε τα προσωπικά σας όρια – τι, δηλαδή, είστε διατεθειμένος να ανεχθείτε και να κάνετε στο πλαίσιο των οικογενειακών σας σχέσεων. Είστε διατεθειμένος να θυσιάσετε τις προσωπικές σας επιλογές για τις επιλογές των γονέων σας; Λάβετε υπόψη ότι οι γονείς σας μπορεί να μην είναι έτοιμοι να αποδεχθούν τις αλλαγές που προτίθεστε να κάνετε και περιμένουν να συμπεριφερθείτε όπως και πριν. Η στάση τους είναι κατανοητή, όπως και οι δικές σας ανάγκες.

Όσο τα παιδιά βρίσκονται στην παιδική ηλικία, οι γονείς προσπαθούν να γνωρίζουν όλα όσα αφορούν στη ζωή τους προκειμένου να τα προστατεύσουν. Αυτό αλλάζει με την είσοδο των παιδιών στην εφηβεία, όπου αρχίζουν να αποκτούν προσωπική ζωή, δηλαδή σκέψεις και συναισθήματα που δεν επιθυμούν να μοιραστούν με τους γονείς τους.

Συχνά οι συγκρούσεις με τους γονείς οφείλονται σε δύο παράγοντες: στη δυσκολία των γονέων να αντιμετωπίσουν τις αλλαγές που παρατηρούν στα παιδιά τους και στη διστακτικότητα των παιδιών να «χάσουν» τα πλεονεκτήματα που πηγάζουν από το να συμπεριφέρονται με τον τρόπο που επιθυμούν οι γονείς τους. Η αλλαγή είναι κάτι που δυσκολεύει τους περισσότερους ανθρώπους  και ένα από τα πιο σκληρά πράγματα που πρέπει να συνειδητοποιήσουμε είναι ότι η αλλαγή εναπόκειται σε εμάς και όχι στους άλλους. Αυτό ισχύει και για την οικογένειά μας. Δεν μπορείτε να περιμένετε να αλλάξουν οι άλλοι.

Εστιάστε στις δικές σας συμπεριφορές και αντιδράσεις. Ίσως να μην μπορείτε να αλλάξετε τους άλλους, αλλά μπορείτε να αλλάξετε τον εαυτό σας.

Σκοπός αυτής της αλλαγής είναι να αποδεσμευθείτε, δηλαδή να πάρετε τον έλεγχο της ζωής σας στα χέρια σας. Στη διαδικασία αυτή θα σας βοηθήσει πολύ το να βρείτε ανθρώπους οι οποίοι θα σας συμπαρασταθούν αποδεχόμενοι τα προσωπικά σας όρια. Δεν θα πρέπει να νιώσετε υπεύθυνος γι’ αυτή την αποδέσμευση. Δεν έχετε την ευθύνη της αλλαγής ολόκληρης της οικογένειας. Έχετε μόνο την ευθύνη να προστατεύσετε τον εαυτό σας και να πραγματοποιήσετε τις αλλαγές που θέλετε.

Οι άνθρωποι που μεγαλώνουν σε οικογένειες με περιορισμένη επικοινωνία και πολύ αυστηρούς κανόνες συχνά κάνουν πολύ αυστηρή κριτική στον εαυτό τους και στους άλλους και είναι πιθανό να αντιμετωπίσουν δυσκολία στις διαπροσωπικές τους σχέσεις. Επίσης, επειδή οι γονείς τους δεν τους αφήνουν να αναλάβουν υπευθυνότητες σύστοιχες με την ηλικία τους και συνεχίζουν να παίρνουν αποφάσεις γι’ αυτούς πολύ μετά την ηλικία που αυτό παύει να είναι απαραίτητο, αισθάνονται συχνά αγανάκτηση, έχουν χαμηλή αυτοεκτίμηση και νιώθουν αδύναμοι.

Όπως φαίνεται, υπάρχουν πολλοί παράγοντες που μπορούν να περιπλέξουν τη μετάβαση που περιγράψαμε και είναι σημαντικό να έχετε υπόψη ότι συχνά είναι δύσκολο να αντιμετωπίσουμε ένα πρόβλημα στηριζόμενοι αποκλειστικά στις δικές μας δυνάμεις. Για τον λόγο αυτό, μπορούμε πάντοτε να συνεργαστούμε με έναν ειδικό για περισσότερη συστηματική βοήθεια.

Οι γονείς μου δεν συμφωνούν με την επαγγελματική μου επιλογή και θέλουν να ακολουθήσω την οικογενειακή παράδοση. Ποιος έχει δίκιο;

Θεωρούμε ότι η οικογενειακή παράδοση δεν είναι το καλύτερο κριτήριο για να επιλέξει ένας νέος άνθρωπος το επάγγελμα που πρόκειται να ακολουθήσει. Κάποιες φορές το επάγγελμα του πατέρα δεν ταιριάζει με την προσωπικότητα και τις επιθυμίες του παιδιού και δυστυχώς ο χρόνος που αφιερώνουμε στην εργασία μας στην κοινωνία στην οποία ζούμε είναι τόσο μεγάλος που είναι πολύ σημαντικό να αντλούμε ικανοποίηση από αυτή.

Η ανησυχία των γονέων σας είναι κατανοητή, αλλά είναι επίσης κατανοητή και η δική σας ανάγκη να εργαστείτε σε ένα επάγγελμα που σας εκφράζει. Το «ποιος έχει δίκιο» είναι κάτι που μπορεί να αξιολογηθεί σε διάφορες χρονικές στιγμές. Αν το αξιολογήσετε αμέσως μόλις αποφοιτήσετε, ίσως είναι πιο πιθανό «να είχαν δίκιο» οι γονείς σας, εφόσον θα έχετε έτοιμη δουλειά. Από την άλλη, αν το αξιολογήσετε 2 ή 20 χρόνια μετά, ίσως είναι πιο πιθανό «να είχατε δίκιο» εσείς.

Οι γονείς μου δεν εγκρίνουν τη σχέση μου και δεν ξέρω τι απόφαση να πάρω.

Ως προς την αντίδραση των γονέων σας, θεωρούμε ότι προτεραιότητα πρέπει να έχουν τα δικά σας συναισθήματα και η δική σας ευτυχία. Κριτήριο για τις σχέσεις σας και τον γάμο σας είναι η δική σας συναισθηματική ζωή και όχι το «καλό της οικογένειας». Σίγουρα οι γονείς σας είναι σημαντικοί άνθρωποι για εσάς και καλό θα ήταν να είναι ικανοποιημένοι από την επιλογή σας. Από εκεί και πέρα, όμως, δεν μπορείτε να θυσιάσετε την προσωπική σας ευτυχία για το καλό της οικογένειας, ιδίως από τη στιγμή που δεν συμμερίζεστε την οπτική τους ως προς το συγκεκριμένο ζήτημα.

Λαμβάνοντας υπόψη τα παραπάνω, θεωρούμε ότι δεν θα πρέπει να επιτρέψετε σε κανέναν να σας τραβάει προς τη μία ή την άλλη κατεύθυνση, αλλά να δώσετε εσείς πρώτη στον εαυτό σας τον χρόνο να αποφασίσετε ανεπηρέαστη. Είναι βέβαιο ότι η απόφαση που θα πάρετε θα σας φέρει σε ρήξη μόνο με τη μία από τις δύο πλευρές και τότε θα σας είναι πιο εύκολο να χειριστείτε τα πράγματα. Μέχρι τότε ίσως θα σας ήταν χρήσιμο να εκτονώσετε την κατάσταση παγώνοντας το ζήτημα, προκειμένου να εξασφαλίσετε ένα κλίμα ψυχολογικής ηρεμίας για τον εαυτό σας.