Διεκδίκηση

Κεφάλαιο από το βιβλίο Μιλήστε με έναν ειδικό, των Γ. Ευσταθίου, Φ. Λέκκα, Χ. Βαρβέρη, & Ε. Κονσουλίδου.

Συνάδελφοι που βοήθησαν σε μία αρχική αποδελτίωση των απαντήσεων: Χ. Μήτση.

Διεκδικητική είναι η συμπεριφορά που επιδεικνύουμε όταν αγωνιζόμαστε για τα δικαιώματά μας, χωρίς να παραβιάζουμε τα δικαιώματα των άλλων, και ταυτόχρονα εκφράζουμε τις απόψεις μας και τα συναισθήματά μας με ευθύ, κατηγορηματικό και κατανοητό τρόπο. Το να διεκδικούμε τα δικαιώματά μας δεν ταυτίζεται με την επιθετικότητα. Επιθετική συμπεριφορά επιδεικνύουμε όταν προσπαθούμε να δια- σφαλίσουμε τα δικαιώματά μας παραβιάζοντας τα δικαιώματα των άλλων. Αντίθετα, παθητική ονομάζεται η συμπεριφορά που επιδεικνύουμε όταν δεν διεκδικούμε τα δικαιώματά μας, ή τα διεκδικούμε με τέτοιο τρόπο που δεν γίνεται σαφής στους άλλους.

Είναι γεγονός ότι, στην πλειονότητά μας, οι άνθρωποι επιθυμούμε την αποδοχή, την εκτίμηση και την εμπιστοσύνη των σημαντικών ατόμων της ζωής μας. Ταυτόχρονα, οι περισσότεροι, κατά διαστήματα, είναι δυνατόν να φοβόμαστε μήπως τα απογοητεύσουμε και εκείνα με τη σειρά τους αποσύρουν το ενδιαφέρον τους. Ωστόσο, προβλήματα αρχίζουν να δημιουργούνται όταν ένα άτομο θεωρεί ότι ο μόνος ασφαλής τρόπος για να συμβεί αυτό είναι να καταπνίξει εντελώς τις προσωπικές επιθυμίες και ανάγκες του και να προσαρμοστεί στις ανάγκες και τις επιθυμίες των άλλων. Αυτή η τάση βασίζεται στην πεποίθησή του ότι πρέπει να ικανοποιήσει τους άλλους και να ενδίδει στις επιθυμίες τους, διαφορετικά θα θυμώσουν και θα το απορρίψουν. Ως αποτέλεσμα, πιέζει τον εαυτό του να συγκρατείται όσο πιο πολύ μπορεί με σκοπό να αποφύγει μία ενδεχόμενη σύγκρουση. Ταυτόχρονα, αν τύχει και δεν συγκρατηθεί ή δώσει προτεραιότητα στον εαυτό του, τότε κατακλύζεται από ενοχές.

Συνολικά, οι διαπροσωπικές σχέσεις αυτού του ατόμου διακατέχονται από τον φόβο του για την πιθανή αντίδραση των άλλων αν εκφράσει τις επιθυμίες του και από τη συνεχή προσπάθειά του να μην τους απογοητεύσει. Είναι σαν να νιώθει ότι ο μόνος που δεν χρειάζεται να ικανοποιήσει είναι ο εαυτός του.

Η προθυμία ικανοποίησης των άλλων και η τάση αποτροπής των συγκρούσεων συνήθως εξασφαλίζει καλές σχέσεις και συχνά αυτό συγκαταλέγεται στα «χαρίσματα» ενός ανθρώπου. Απώτερος σκοπός αυτού του «χαρίσματος» είναι να κερδηθεί η αποδοχή και η συμπάθεια του περιβάλλοντος. Ωστόσο, στον αντίποδα υπάρχει η σοβαρή δυσκολία του ατόμου να θέσει όρια στις απαιτήσεις των άλλων, καθώς και η δυσχέρεια ανοικτής έκφρασης των αναγκών και των δικαιωμάτων του, με αποτέλεσμα να εκπληρώνονται ελάχιστες από τις επιθυμίες του.

Πρόσθετες συνέπειες αυτής της κατάστασης είναι:

  • Δυσκολία στη λήψη αποφάσεων ή λήψη αποφάσεων κατά τρόπο που να καλύπτουν ξένες προτεραιότητες.
  • Αίσθηση ότι είναι παρατηρητής της ζωής του, ότι η ζωή του είναι ξένη, καθώς το άτομο δεν ζει τις προσωπικές επιλογές του.

Επιπλέον, είναι ευνόητο ότι, όταν οι προσωπικές μας ανάγκες παραμελούνται διαρκώς, ο θυμός είναι αναπόφευκτος. Κάποιες φορές, το άτομο δεν είναι σε θέση να συνειδητοποιήσει τον θυμό του και τον εκφράζει με πλάγιους τρόπους, είτε προς τους άλλους είτε προς τον εαυτό του.

Μία από τις πιθανές ερμηνείες αυτής της δυσκολίας στην ανοικτή και ειλικρινή έκφραση των επιθυμιών και των συναισθημάτων είναι ο φόβος της απόρριψης και της διακοπής μιας σχέσης. Το άτομο υιοθετεί μία στρατηγική όπου, για να έχει την αποδοχή των άλλων, θα πρέπει να κάνει συνεχείς παραχωρήσεις προς αυτούς. Αυτό συμβαίνει αυτόματα, χωρίς να διερευνά αν η πεποίθησή του ευσταθεί, αν, δηλαδή, όντως θα τους χάσει όταν αρχίσει να λέει αυτό ακριβώς που θέλει. Κατά κανόνα έχει διαπιστώσει από τα πρόσωπα του περιβάλλοντός του ότι νιώθουν άνετα να εκφράζουν αυτό που θέλουν, χωρίς τελικά να εγκαταλείπονται και να απομένουν μόνα. Ωστόσο, φαίνεται σαν να πιστεύει ότι ο κανόνας: «Αν δεν φέρομαι όπως θέλουν οι άλλοι, θα με απορρίψουν» ισχύει ειδικά για το ίδιο και όχι για όλους τους ανθρώπους.

Στη βάση αυτής της δυσκολίας βρίσκεται συνήθως η αρνητική εικόνα που έχει το άτομο για τον εαυτό του. Επιπλέον, κάποιες παρελθούσες εμπειρίες συμβάλλουν στη διαμόρφωση του κανόνα βάσει του οποίου οι προσωπικές επιθυμίες και απόψεις παραγκωνίζονται, προκειμένου οι άλλοι να είναι ικανοποιημένοι.

Τελικά, κάθε φάση της προσπάθειας για διεκδίκηση ακυρώνεται από τον τρόπο σκέψης του ατόμου:

  • Στην αρχική φάση, πριν ξεκινήσει η επικοινωνία, έχει κάποιες προσδοκίες για το τι θα συμβεί και προβλέπει ότι ο άλλος θα δυσαρεστηθεί, θα θυμώσει, ή θα το απορρίψει.
  • Κατά τη διάρκεια της επικοινωνίας, έχει την τάση να ελέγχει διαρκώς τον εαυτό του και τις αντιδράσεις του, ενισχύοντας το άγχος του και ως εκ τούτου την αίσθηση του ανικανοποίητου.
  • Στο τέλος, ξανασκέφτεται ό,τι έχει συμβεί και υποθέτει ότι ο άλλος ενοχλήθηκε, αλλά δεν εξέφρασε την ενόχλησή του, ότι την επόμενη φορά θα υπάρξουν συνέπειες, ή ότι δεν ήταν καλή η απόδοσή του, και κριτικάρει αυστηρά όσα είπε, με αποτέλεσμα να μειώνονται οι πιθανότητες να διεκδικήσει οτιδήποτε άλλο στο μέλλον.
Αντιπροσωπευτικά μηνύματα

Θα ήθελα να σας ρωτήσω, πώς μπορώ να λέω στους ανθρώπους αυτό που ακριβώς με ενοχλεί. Είμαι πολύ αδύναμη σαν χαρακτήρας. Κάνω συνέχεια πράγματα που ευχαριστούν τους άλλους και πολλά από αυτά δεν ευχαριστούν εμένα. Επίσης, νιώθω ότι πολλοί γύρω μου με εκμεταλλεύονται. Π.χ., ο σύντροφός μου αισθάνομαι ότι με εκμεταλλεύεται οικονομικά. Παρόλο που αντιλαμβάνομαι τα πάντα γύρω μου, μου είναι αδύνατον να τους εκφράσω κάποιο παράπονό μου, ειδικά αν είναι κάτι σοβαρό, γιατί ξέρω ότι κάτι τέτοιο μπορεί να τους στενοχωρήσει και εγώ ίσως τους αδικήσω με τη συμπεριφορά μου. Τις περισσότερες, όμως, φορές ξέρω ότι έχω δίκαιο, είμαι σίγουρη ότι κάτι άσχημο μου έχουν κάνει, και ντρέπομαι να τους το πω… φοβάμαι τις αντιδράσεις τους… ίσως μην τους πληγώσω… ίσως μην τους χάσω…

Πιστεύω ότι ως τώρα υπήρξα πολύ ευάλωτη συναισθηματικά. Πληγωνόμουν εύκολα, δενόμουν συναισθηματικά με φιλίες, δυσκολευόμουν να διακόψω μία σχέση ή να συγκρουστώ με κάποιους. Συνήθως, όποτε έφθανα να συγκρουστώ, ήταν μετά από πολύ υπομονή και συνεχείς υποχωρήσεις. Έχοντας φθάσει στην ηλικία των 30 ετών και παρόλο το συναισθηματικό “ξόδεμα”, είμαι ακόμη μόνη. Θα ’θελα να γίνω πιο ορθολογίστρια στην αντιμετώπιση της ζωής, πιο απαιτητική από τους άλλους, να μη φοβάμαι να “τους τα πω χύμα”, όταν με πληγώνουν ή όταν με περιφρονούν και ακόμη να μη με ενδιαφέρει αν έχουν για μένα καλή εικόνα ή κακή. Θα ήθελα να βασίζομαι πιο πολύ στον εαυτό μου και να γίνω πιο “κυνική” αν χρειάζεται σε κάποιες περιπτώσεις. Γιατί να πληγώνομαι πάντα εγώ; Ας πληγωθούν και οι άλλοι λίγο. Δεν ξέρω αν είναι φυσιολογική αυτή η αντίδραση, αλλά νομίζω ότι δεν αντέχω άλλο τη συναισθηματική πλευρά του εαυτού μου. Επίσης, δεν αντέχω άλλο να είμαι ο άνθρωπος που υποχωρεί πάντα για να μην ενοχληθούν οι άλλοι. Θα προτιμούσα να απαιτώ τα δικαιώματά μου, αλλά χωρίς να φθάνω στο σημείο να καβγαδίσω, οπότε η υπόθεση να γυρίζει εναντίον μου.

Μήπως υπάρχουν τρόποι εξάσκησης στην απόκτηση αυτών των δεξιοτήτων ή στην τόνωση της αυτοπεποίθησης; Θα ήθελα να μάθω αν υπάρχουν τρόποι τροποποίησης της συμπεριφοράς μου χωρίς όμως να χρειαστεί να πληρώσω ιδιωτικά γιατί συν τοις άλλοις είμαι άνεργη. Ευχαριστώ.

Είμαι τελειόφοιτος φοιτητής χωρίς προβλήματα στις σπουδές πέρα από ένα αυξημένο άγχος την περίοδο των εξετάσεων, το οποίο όμως δεν με εμποδίζει να περνάω τα μαθήματα. Στις διαπροσωπικές σχέσεις, όμως, αντιμετωπίζω ορισμένες δυσάρεστες καταστάσεις. Θα σας παρουσιάσω έναν “λεπτό” προβληματισμό μου, ο οποίος είναι κατά τη γνώμη μου ο λόγος που έχω μία δυσανεξία σε κάποιες περιπτώσεις.

Μέσα από διάφορες εμπειρίες (κρίσεις άγχους, έναν χωρισμό και κάποιες ματαιώσεις) σταδιακά συνειδητοποίησα ότι είχα συνηθίσει (ή μάθει) να φέρομαι με μία παθητικότητα. Θεωρούσα τον εαυτό μου βολικό άνθρωπο, αλλά περισσότερο είχα μία υποτακτικότητα. Κάτι φοβόμουν και δεν εξέφραζα συχνά αυτό που με ενοχλούσε από τη συμπεριφορά των άλλων και δεν ζητούσα αυτό που ήθελα πολλές φορές. Κατάλαβα ότι ένας λόγος ήταν ο φόβος μου μήπως αναστατωθούν οι άλλοι, μην τους στενοχωρήσω ή τους δυσαρεστήσω, ή μήπως είμαι εγωιστής. Μετά από την ανάγνωση αρκετών βιβλίων αυτοβελτίωσης και μετά από εκτενείς συζητήσεις με καλούς φίλους και έμπειρους ανθρώπους, άρχισα να παίρνω απόφαση ότι είναι φυσιολογικό: α) να έχω δικές μου προτιμήσεις στο τι μου αρέσει και τι όχι, και β) να εκφράζω τη δυσαρέσκειά μου ή τον εκνευρισμό μου και να προτείνω στους άλλους να τηρήσουν στο μέλλον μία εναλλακτική συμπεριφορά απέναντί μου, γεγονός που είναι άπειρες φορές καλύτερο από το “να τα κρατάω μέσα μου”. Με τις τελευταίες συνειδητοποιήσεις που σας αναφέρω, άρχισα να μη φοβάμαι τόσο και να περιμένω ότι οι άλλοι μπορεί να αναστατώνονται κάποιες φορές όταν υπερασπίζομαι τα δικαιώματά μου, ή όταν εκφράζω την ενόχλησή μου, ή όταν κάνω αυτό που θέλω υπερασπιζόμενος την ιδιωτική μου ζωή, χωρίς αυτό να με εμποδίζει να φέρομαι με αυτή την εξωστρέφεια και να μη μαζεύω μέσα μου πικρίες, θυμό και στενοχώριες. Αυτή τη νέα μου στάση απέναντι στα πράγματα (δηλαδή η προσπάθεια αλλαγής της παθητικής συμπεριφοράς μέσω της διεκδίκησης) έχει αρχίσει περίπου ένα εξάμηνο (από τότε που το κατάλαβα ότι καλό θα ήταν να αλλάξω).

Το πρόβλημα που αντιμετωπίζω είναι συγκεκριμένα το εξής: Όταν χρειάζεται να είμαι διεκδικητικός και να εκφράζομαι ανοικτά, το κάνω, όπως σας είπα. Δεν ξεσπάω στον άλλον, αλλά εκφράζω με ψυχραιμία την ενόχλησή μου με φράσεις του τύπου: “Εκνευρίστηκα που μου είπες ή έκανες αυτό και θα προτιμούσα άλλη φορά να κάνεις εκείνο”. Όμως, και εδώ είναι το πρόβλημα, μετά από τέτοια περιστατικά (διεκδίκησης) νιώθω ενοχές. Ο λόγος για τον οποίο ήμουν παθητικός τόσο καιρό (καμιά 25αριά χρόνια!) και απέφευγα τις συγκρούσεις και την έκφραση αυτού που μου αρέσει ή που με ενοχλεί, ήταν η ΕΝΟΧΗ και τώρα που άλλαξα τακτική η ενοχή παραμένει σαν από κεκτημένη ταχύτητα. Σαν να παλεύει ο παλιός εαυτός με τον καινούργιο.

Για παράδειγμα, πριν από λίγο καιρό είπα σε μία κοπέλα, με την οποία σχετιζόμαστε μερικούς μήνες, ότι ενοχλούμαι όταν επαναλαμβάνει (έχει γίνει αρκετές φορές) με άμεσο ή έμμεσο τρόπο ανασφάλειες του τύπου “μήπως δεν τη θέλω αρκετά διότι φαίνομαι προβληματισμένος και αποστασιοποιημένος” και άλλα παρόμοια, και της είπα ότι “θα ήθελα να σταματήσουν αυτές οι νύξεις διότι πραγματικά μου αρέσει η σχέση που έχουμε αρχίσει, απλώς δεν θέλω γρήγορες δεσμεύσεις και πιέσεις, και ότι ως χαρακτήρας δεν είμαι πολύ εκδηλωτικός”.

Ενώ, λοιπόν, έδειξε κατ’ αρχάς να καταλαβαίνει αυτό που της είπα και δεν το πήρε στραβά, εγώ απεναντίας ένιωθα για τις επόμενες δύο ημέρες ενοχές μήπως είμαι υπερβολικός, ή μήπως μίλησα απότομα, ή ΑΚΟΜΗ ΧΕΙΡΟΤΕΡΑ μήπως το ότι μου δημιουργείται ένα τέτοιο άσχημο συναίσθημα σημαίνει ότι πραγματικά δεν ενδιαφέρομαι πολύ για εκείνη, ή μήπως δεν μου ταιριάζει ως χαρακτήρας εκείνη η κοπέλα και αν θα ήταν καλύτερα να απομακρυνθώ, μήπως μου “ενεργοποιεί” εκείνη αυτές τις ενοχές.

Αν σκεφτώ ήρεμα καταλαβαίνω (α) ότι δεν υπάρχει τέλειος άνθρωπος για σχέση και ότι πάντα εκτός από τα καλά, κάτι θα υπάρχει να με ενοχλεί στον άλλο, και (β) ότι δεν είπα τίποτα τρομερό, απλά δείχνω τον ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΟ ΜΟΥ ΕΑΥΤΟ και το τι πραγματικά νιώθω για να μη δημιουργούνται ψεύτικες προσδοκίες και εικασίες για τις διαθέσεις μου, εντούτοις, έχω αυτές τις (λανθασμένες θα τις έλεγα) ενοχές.

Τα ίδια παθαίνω αν, π.χ., ζητήσω από έναν φίλο μου να μου επιστρέψει χρήματα που του έχω δανείσει. Το βασικό συναίσθημα είναι ενοχές μήπως δεν λαμβάνω υπόψη τις δυσκολίες του ή μήπως δεν είμαι καλός φίλος κ.λπ., ενώ αν κάτσω μετά και το σκεφτώ ξέρω ότι και καλός φίλος είμαι και ότι έχω δικαίωμα να ζητήσω την επιστροφή των χρημάτων.

Αυτό το συναίσθημα (της λανθασμένης ενοχής) είναι λίγο-πολύ καταθλιπτικό. Νιώθω ένα σφίξιμο στο στήθος όταν συμβαίνει και μπαίνω αμέσως σε έναν κύκλο αρνητικών σκέψεων, με αποτέλεσμα να μην μπορώ να συγκεντρωθώ στις διάφορες ασχολίες μου (και στο διάβασμά μου τώρα που έχω εξετάσεις), μέχρι αυτή η διαδικασία να περάσει και να επεξεργαστώ τα γεγονότα. Άλλες φορές νιώθω αγχωμένος μετά από μία διεκδίκηση και δεν ξέρω τι μου συμβαίνει, ή εστιάζω σε μικροπράγματα, και μόνο αφού περάσει καμιά ημέρα συνειδητοποιώ ότι ήταν η ενοχή που με έβαλε σε αυτή τη δυσάρεστη κατάσταση.

Θέλω να απαλλαγώ από αυτή τη συναισθηματική παγίδα. Η λογική ενοχή που νιώθω ως άνθρωπος όταν κάτι κάνω λάθος από πρόθεση, ή ανευθυνότητα, ή απερισκεψία, ή επειδή δεν συγκράτησα τα νεύρα μου και ξέσπασα επιθετικά, είναι εντάξει διότι είναι φυσιολογική και διότι μου δίνει πληροφορίες για το τι πρέπει να αποφεύγω στο μέλλον. Έτσι, μαθαίνω από τα λάθη μου ώστε να τα αποφεύγω στο μέλλον και καταλαβαίνω τι μπορώ να κάνω για να επανορθώσω αν κάτι τέτοιο είναι αναγκαίο. Οι άλλες, όμως, ενοχές που λέω παραπάνω, εξυπηρετούν σε τίποτα; Πόσο να ανέχομαι αυτές τις άδικες ενοχές ενώ είμαι διεκδικητικός και τι μπορώ να κάνω για να απαλλαγώ από αυτές έστω με την πάροδο του χρόνου; Αυτή η πεσμένη διάθεση μετά από μία διεκδίκηση είναι λογικό να με εμποδίζει να βιώνω αυξημένη ευχαρίστηση στις διάφορες σχέσεις μου. Γι’ αυτό ζητάω τη συμβουλή σας. Ευχαριστώ.

Αυτό που έχω επισημάνει τα τελευταία χρόνια στη ζωή μου είναι η αδυναμία μου να αφουγκράζομαι τις δικές μου προσωπικές επιθυμίες – σε αντίθεση, συνήθως, λειτουργώ μέσα από τα μάτια και τις ανάγκες των σημαντικών μου “Άλλων”, είτε αυτοί λέγονται γονείς, είτε φίλοι, και πόσο μάλλον πρόσωπα των ερωτικών μου σχέσεων. Προσπαθώ συνεχώς να μην τους απογοητεύσω και να μην καταρρίψω σε καμία περίπτωση τις κεκτημένες τους ισορροπίες με μία αλλαγή που μπορεί να προκαλέσω εγώ. Από την άλλη πλευρά, όταν φθάνω σε σημεία απόγνωσης για να “ελευθερώσω” τον εαυτό μου, καταλήγω στο ότι είμαι εγώ αυτή που δεν θέλει και δεν μπορεί ν’ ανατρέψει τις ισορροπίες της και φοβάται να κάνει αλλαγές. Κι όλα αυτά, ενώ τα βίωνα “βασανιστικά”, το βάσανο παραμένει στο επίπεδο μιας εκτεταμένης απάθειας. Πολλές φορές, μάλιστα, πείθω τον εαυτό μου ότι όλα αυτά που νιώθω είναι δημιουργήματα του υπερφορτισμένου μυαλού μου – ότι είναι φαντάσματα που συνήθως καταλήγουν ν’ ανακοινώνονται στις σχέσεις μου ως συναισθηματικές προβολές στους Άλλους. Τότε αισθάνομαι ότι είμαι βαθιά “Νάρκισσος” με τη φροϋδική έννοια και ότι πραγματικά δεν μπορώ να σπάσω τον καθρέφτη και να βιώσω μία πραγματική αγάπη.

Νιώθω ότι κινώ εγώ αποκλειστικά τα νήματα της ζωής μου και αυτά γύρω από εμένα και μόνο. Ας πούμε, δεν θυμάμαι τα τελευταία χρόνια ποτέ τον εαυτό μου να ερωτεύεται δυνατά, να χάνεται από πάθος, να συγκινείται στο έπακρο. Όλα χλιαρά και ελεγχόμενα – απόλυτα ελεγχόμενα. Το δε υποσυνείδητό μου; Μάλλον υπαγορεύει συνεχώς την επανάληψη μιας σχέσης αυτοδέσμευσης που έχει χτιστεί με τους γονείς μου.

Μέσα σε αυτά τα πλαίσια, κατά τ’ άλλα κανείς δεν θα πίστευε ότι αποτελώ ένα άτομο με προβλήματα, καθ’ ότι η ζωή μου είναι αρκετά γεμάτη, με επιλογές που έχω κάνει εγώ. Για παράδειγμα, η ερωτική μου σχέση πιστεύει ότι δεν έχω απολύτως τίποτα παρά ένα μυαλό που με αυτοκαταστρέφει, αλλά και αυτό μπορώ να το ξεπεράσω εύκολα. Για μένα, όμως, όλο αυτό είναι ένα τεράστιο βουνό.

Αν περάσουμε τώρα στο επίπεδο της λήψης αποφάσεων. Εδώ τα πράγματα φαντάζουν τραγικά και τεράστια. Όταν βρίσκομαι προ των πυλών να πάρω μία απόφαση που αφορά και στα αγαπημένα μου πρόσωπα νιώθω σαν γαϊτανάκι δεμένο από όλες τις πλευρές που το τραβάνε από χίλιες κατευθύνσεις. Η απόφαση που τελικά παίρνω; Συνήθως, αποτελεί προέκταση της επιθυμίας του ανθρώπου που πιο πολύ σχετίζεται με αυτόν κι εγώ πείθω τον εαυτό μου ότι κι εμένα μου άρεσε, ή κι αν μου άρεσε μία άλλη απόφαση περισσότερο, δεν θα ήταν η κατάλληλη για τη συγκεκριμένη περίπτωση.

Το αποτέλεσμα είναι να νιώθω να περνά η ζωή μου μπροστά από τα μάτια μου κι εγώ να είμαι εξωτερικός παρατηρητής της που ενίοτε κάνει κρίσεις γι’ αυτήν. Δεν ζω μέσα σε αυτήν. Πραγματικά θα ήθελα να ζητήσω μία καθοδήγηση για να ξεπεράσω αυτή τη δυσκολία. Το παλεύω χρόνια μέσα από βιβλία και γνώσεις και πολύ εντατική δουλειά με τον εαυτό μου, αλλά τελικά έχω βυθιστεί σε χειρότερο τέλμα. Δεν μπορώ να παίξω διπλό ρόλο – και του καθοδηγητή και του καθοδηγούμενου. Θα ήθελα μία πρώτη γνώμη σας για το πρόβλημα που σας περιέγραψα και μία συμβουλή για το τι παραπέρα θα μπορούσα να κάνω ώστε να βοηθηθώ. Επισκέψεις σε έναν ειδικό θα μπορούσαν να μου φανούν χρήσιμες; Σας ευχαριστώ εκ των προτέρων που με ακούσατε.

Πώς μπορώ να αποβάλω τη διστακτικότητα; Είναι πολλές φορές που με καθηλώνει και δεν μπορώ να αντιμετωπίσω κάποιες δυσκολίες με ωριμότητα. Θέλω να εκφραστώ ελεύθερα και δεν μπορώ, λόγω της διστακτικότητας. Ήμουν ένα ευάλωτο άτομο και δεν εκφραζόμουν ελεύθερα για να μη συγκρουστώ με τους άλλους. Δεν διεκδικούσα τα δικαιώματά μου. Είμαι πολύ μαζεμένη και δεν θέλω να είμαι έτσι. Τι μπορώ να κάνω;

Συνήθεις ερωτήσεις και απαντήσεις

Προσπαθώ να συμπεριφερθώ αντίθετα προς στην παθητικότητά μου, αλλά μετά αισθάνομαι ενοχές.

Πρέπει να γνωρίζετε ότι η λογική κατανόηση μιας παγίδας και η απόφαση να συμπεριφερθούμε αντίθετα από αυτή αποτελούν ένα μόνο μέρος της διαδικασίας αλλαγής. Σίγουρα, η αξία αυτών των βημάτων είναι εξαιρετικά σημαντική, αλλά υπάρχει διαφορά μεταξύ του να καταλαβαίνουμε κάτι λογικά και του να το πιστεύουμε στο εκατό τοις εκατό.

Από την άλλη, τα βήματα που ήδη κάνετε σας έχουν βάλει στη διαδικασία να απαλλαγείτε από τη συναισθηματική σας παγίδα. Αυτό που πρέπει να κάνετε είναι αυτό που ακριβώς κάνετε ήδη. Να συνεχίσετε να συμπεριφέρεστε «με το ζόρι» αντίθετα από την παγίδα σας και να επιτρέψετε στην πραγματικότητα να διαψεύσει τις πεποιθήσεις που βρίσκονταν στη ρίζα της. Είναι ουσιαστικά σαν να κάνετε συνεχή πειράματα, τα οποία θα σας υποδεικνύουν ότι κακώς νιώθετε ενοχές.

Σκεφτείτε, για παράδειγμα, ότι ζητάτε από τον φίλο σας να σας επιστρέψει δανεικά. Παλαιότερα οι προσδοκίες σας για την αντίδρασή του θα σας εμπόδιζαν εντελώς από το να φερθείτε διεκδικητικά. Τώρα, η επίδραση των παλαιών πεποιθήσεων είναι εμφανής στον τρόπο που εκλαμβάνετε τα αποτελέσματα της νέας σας συμπεριφοράς. Είναι σαν οι πεποιθήσεις αυτές να μάχονται να επιζήσουν σε πείσμα της πραγματικότητας. Ωστόσο, δεν είναι αρκετό να νιώθετε με έναν συγκεκριμένο τρόπο για να ισχύει μία πραγματικότητα. Δεν αρκεί το να νιώθετε ενοχές για να ισχύει το ότι θα έπρεπε να νιώθετε ενοχές σε μία συγκεκριμένη κατάσταση, κάτι που ήδη καταλαβαίνετε σε λογικό επίπεδο.

Μοιάζει σαν να μάχεται ο παλαιός εαυτός σας τον καινούργιο. Τα όπλα του νέου εαυτού είναι ακριβώς η λογική αμφισβήτηση των συναισθημάτων και των σκέψεων που σας έρχονται αυθόρμητα. Τα όπλα του παλαιού εαυτού είναι η παρερμηνεία των αποτελεσμάτων της νέας συμπεριφοράς σας. Θα συλλάβετε τον εαυτό σας να βρίσκει χίλιες δυο προφάσεις για να μην πειστείτε με τα νέα δεδομένα που προκύπτουν από τη νέα συμπεριφορά σας. Θα σκεφτείτε ότι ο φίλος σας ενοχλήθηκε, αλλά απλώς δεν εξέφρασε την ενόχλησή του. Άλλες φορές μπορεί να σκεφτείτε ότι αυτή τη φορά δεν υπήρξε αντίδραση στη διεκδικητικότητά σας, αλλά θα υπάρξει την επόμενη, κ.ο.κ.

Το σημαντικό εδώ είναι να δείτε ότι σταδιακά, καθώς τα δεδομένα από την εφαρμογή της καινούργιας διεκδικητικής συμπεριφοράς θα συσσωρεύονται, θα δυσκολεύεστε όλο και περισσότερο να αμφισβητήσετε την αποτελεσματικότητά της ή να ακυρώσετε τις επιτυχίες σας. Τα επιχειρήματα υπέρ του παλαιού τρόπου θα οδηγούν σε ολοένα και πιο εμφανείς νοητικές ακροβασίες, μέχρι που κάποια στιγμή δεν θα έχουν θέση στη σκέψη σας. Αυτό δεν πρόκειται να επιτευχθεί σε ένα διάστημα μερικών μηνών, αλλά μπορείτε να είστε βέβαιος ότι όσο συνεχίζετε να προσπαθείτε θα βλέπετε συνεχή βελτίωση.

Έχω δικαίωμα να αρνηθώ τη βοήθειά μου σε κάποιον που μου τη ζητά;

Σίγουρα δεν είμαστε υποχρεωμένοι να βοηθάμε πάντοτε τους πάντες και είναι δικαίωμά μας να φροντίζουμε και τον εαυτό μας. Οι μη διεκδικητικοί άνθρωποι συνήθως δεν μπορούν να ζητήσουν την ικανοποίηση των αιτημάτων τους και συχνά παίρνουν τον ρόλο του «θύματος» επειδή δεν μπορούν να αρνηθούν τα αιτήματα των άλλων. Βάση τού να θέσουμε τα όριά μας απέναντι στους άλλους ανθρώπους είναι και η δυνατότητά μας να αρνούμαστε πράγματα, δηλαδή να λέμε «όχι» στα αιτήματά τους, όταν αντιβαίνουν στις δικές μας ανάγκες.

Υπό την παραπάνω έννοια, σίγουρα έχετε δικαίωμα να επιλέξετε να μη βοηθήσετε κάποιον αν δεν το επιθυμείτε. Κάθε άνθρωπος έχει το δικαίωμα να αποφασίζει για τον εαυτό του, να ζει όπως τον προστάζουν οι ανάγκες και οι επιθυμίες του. Από την άλλη, είναι εξίσου σημαντικό να προσδιορίσουμε τα όρια μεταξύ της διεκδικητικής συμπεριφοράς και της επιθετικής, η οποία αποτελεί ένα ανεπιθύμητο άκρο, όπως εξάλλου και η παθητική συμπεριφορά. Το διεκδικητικό άτομο αναγνωρίζει τόσο τις δικές του ανάγκες όσο και τις ανάγκες των άλλων και προστατεύει τον εαυτό του από την εκμετάλλευση χωρίς να καταπατά τα δικαιώματά τους. Ένα άτομο, που λαμβάνει υπόψη αποκλειστικά και μόνο τις δικές του ανάγκες και δεν υποχωρεί ποτέ, συμπεριφέρεται μάλλον επιθετικά παρά διεκδικητικά.