Μέτρα πρόληψης COVID19: Από τη συμμόρφωση στην προσήλωση

Γιάννης Χρυσόπουλος, Msc
Ινστιτούτο Έρευνας & Θεραπείας της Συμπεριφοράς

Κατά το διάστημα της περιβόητης πλέον «καραντίνας» κληθήκαμε να συμμορφωθούμε στη σχετικά απλή οδηγία των λοιμωξιολόγων «Μένουμε σπίτι!».

Το τρέχον διάστημα, αντίθετα, καλούμαστε να ακολουθήσουμε μία αρκετά περίπλοκη οδηγία, βάση της οποία μπορούμε να πηγαίνουμε όπου θέλουμε, φτάνει να τηρούμε μία σειρά από προληπτικές συμπεριφορές όπως κανόνες υγιεινής, συγκεκριμένες αποστάσεις μεταξύ μας ή να φοράμε μάσκα σε δημόσιους χώρους. Καθώς η πορεία της επιδημίας βρίσκεται εκ νέου σε ανοδική πορεία, για να τηρήσουμε τη νέα οδηγία και να «Μείνουμε Ασφαλείς!», είναι ίσως περισσότερο σημαντικό από ποτέ να οδηγηθούμε από την απλή συμμόρφωση στην ενεργή προσήλωση στους νέους αυτούς κανόνες.

Πως μπορούμε όμως να βοηθήσουμε τον εαυτό μας να μείνει ασφαλής;

Προσήλωση έναντι Συμμόρφωσης

Στην επιστημονική βιβλιογραφία, διαχρονικά, οι όροι «συμμόρφωση» (“compliance”) και «προσήλωση» (“adherence”) στην ιατρική οδηγία, έχουν χρησιμοποιηθεί αδιαφοροποίητα, προκειμένου να περιγράψουν τη στάση των ατόμων απέναντι στην υιοθέτηση συμπεριφορών ικανών να προστατέψουν και να προάγουν την υγεία. Ο όρος όμως «συμμόρφωση», έχει κριθεί ως προβληματικός, δεδομένης της σύνδεσής του με υπακοή στην εξουσία και του συσχετισμού του με έννοιες όπως «αντίσταση» ή «άρνηση». Το παρόν, έχει φέρει ως συνέπεια, ότι όταν δεν τηρούνται οι κανόνες, στιγματίζεται το ίδιο το άτομο που καλείται να ανταπεξέλθει σε αυτούς.

Αντίθετα, ο όρος «προσήλωση» υποδηλώνει την συνειδητή αποδοχή, και ενεργή συμφωνία του ατόμου με τις συστάσεις και περιλαμβάνει πλήθος πιθανών συμπεριφορών που προάγουν την υγεία. Ορισμένα παραδείγματα τέτοιων συμπεριφορών είναι: η έγκαιρη αναζήτηση ιατρικής πληροφορίας και φροντίδας, ο εμβολιασμός, η ορθή και συνεπής λήψη φαρμάκων, η συνέπεια στους προληπτικούς ελέγχους, η τήρηση της προσωπικής υγιεινής, ή η διατήρηση επαρκών επιπέδων φυσικής δραστηριότητας. Έτσι σήμερα, ο όρος «προσήλωση» ορίζεται ως «ο βαθμός στον οποίο η συμπεριφορά ενός ατόμου, ανταποκρίνεται στις συστάσεις που έχουν συμφωνηθεί» για την προστασία και την προαγωγή της υγείας του.

Περαιτέρω, έχει αποδειχθεί ότι το φαινόμενο της ελλιπούς συμμόρφωσης στις ιατρικές οδηγίες είναι πολυπαραγοντικό και δεν πέφτει το βάρος μονάχα στο άτομο που πρέπει να υιοθετήσει τους νέους κανόνες. Συγκεκριμένα στη δημιουργία και έκταση του φαινομένου συμμετέχουν ταυτόχρονα:

  • χαρακτηριστικά του συστήματος υγείας, όπως η επάρκεια του δικτύου υπηρεσιών και του δικτύου διανομής αγαθών υγιεινής
  • χαρακτηριστικά της πάθησης, όπως η σοβαρότητα της, η πιθανότητα μετάδοσης της, το εάν οδηγεί σε αναπηρία ή το εάν συνδέεται με θνησιμότητα
  • χαρακτηριστικά των κανόνων που πρέπει να υιοθετηθούν, όπως η πολυπλοκότητα τους, η διάρκεια και το κόστος τήρησής τους, καθώς και η αποτελεσματικότητά τους
  • κοινωνικοοικονομικοί παράγοντες, όπως η φτώχεια ή το χαμηλό μορφωτικό επίπεδο, καθώς και στερεότυπα σε σχέση με τη νόσο ή τα μέτρα, αλλά και το κατά πόσο η τήρηση των νέων κανόνων φέρνει οικονομικές δυσχέρειες, βάλλει το ατομικό εισόδημα ή το επίπεδο ποιοτικής διαβίωσης
  • παράγοντες σχετικοί με το άτομο που πρέπει να ακολουθήσει τους κανόνες, όπως οι γνώσεις του, οι στάσεις και οι πεποιθήσεις του, το κίνητρο του, καθώς και το κατά πόσο αισθάνεται ικανό να υιοθετήσει νέες στάσεις ζωής

Τέλος, είναι πλέον κατανοητό ότι η συμμόρφωση στις ιατρικές οδηγίες δεν είναι σταθερή, αλλά εμφανίζει διακυμάνσεις στο ίδιο άτομο στην πάροδο του χρόνου, ειδικά όταν οι απαιτούμενοι κανόνες πρέπει να τηρούνται για μεγάλο χρονικό διάστημα. Κοινώς, από το να χαρακτηρίζουμε έναν άνθρωπο ως «μη συμμορφούμενο» ή «μη συνεργαζόμενο», είναι προτιμότερο να περιγράφουμε την ίδια την στάση του κατά την εκάστοτε χρονική στιγμή, λαμβάνοντας υπόψη μάλιστα τους παράγοντες που το διευκολύνουν ή το εμποδίζουν να υιοθετήσει την επιθυμητή συμπεριφορά. Άλλωστε εάν ένα άτομο εμποδίζεται να τηρήσει τους κανόνες – είτε από ιδιοσυγρασιακούς, είτε από περιβαλλοντικούς παράγοντες – χρειάζεται περισσότερο την υποστήριξή μας, παρά το κατηγορώ μας.

Η Γνωσιακή – Συμπεριφοριστική Θεραπεία (ΓΣΘ) έχει αναπτύξει τεχνικές ικανές να εμπλέξουν το άτομο ενεργά στην υιοθέτηση νέων και αποτελεσματικών συνηθειών, άρα να δημιουργήσουν προσήλωση – κι όχι απλή συμμόρφωση - σε αυτές, η οποία να διαρκεί σε βάθος χρόνου. Ειδικά, οι εφαρμογές της ΓΣΘ στις χρόνιες ψυχικές διαταραχές, έχουν μελετήσει το φαινόμενο εις βάθος και ένας από τους λόγους που κρίνονται σήμερα ιδιαίτερα αποτελεσματικές, είναι ακριβώς το γεγονός ότι αυξάνουν την προσήλωση, σε όποιες απαιτήσεις καλούνται να ανταπεξέλθουν τα άτομα. Δανειζόμενοι τα πορίσματα της ΓΣΘ – με τις κατάλληλες φυσικά προσαρμογές - μπορούμε να πλοηγηθούμε ώστε να «Μείνουμε Ασφαλείς!».

Συνήθεις σκέψεις και στάσεις που εμποδίζουν την προσήλωση

«Δεν κινδυνεύω. Ο Covid δεν είναι πιο θανατηφόρος από τη γρίπη. Δεν θα κολλήσω».

Ενημερώσου. Δες τα γεγονότα, όχι τις γνώμες, αλλά τα γεγονότα. Σκέψεις που υποτιμούν τον κίνδυνο ισοδυναμούν με μερική άρνηση της κατάστασης και υποδεικνύουν ότι η νόσος δεν γίνεται αντιληπτή ως σοβαρή. Σε αυτήν την περίπτωση κρίνουμε ότι τα μέτρα δεν χρειάζονται ή είναι υπερβολικά. Καθώς η αποδοχή και η άρνηση είναι τα δύο άκρα του ίδιου συνεχούς, η στοχευμένη και συστηματική παροχή ενημέρωσης για την επικινδυνότητα, για τους τρόπους μετάδοσης και για τους τρόπους προφύλαξης είναι ικανή να μας διευκολύνει στη μετάβαση προς την αποδοχή, άρα και στην υιοθέτηση των κανόνων. Τα ίδια τα γεγονότα πάλι μπορούν να μας βοηθήσουν να διορθώσουμε πιθανή υπερεκτίμηση του κινδύνου, οδηγώντας μας σε μία ρεαλιστική στάση. Καθώς τα γεγονότα συχνά μπορεί να μας είναι δυσνόητα, δεν έχουμε παρά να ζητήσουμε οδηγίες από τον οικογενειακό γιατρό μας, κι αυτός να μας βοηθήσει να εξατομικεύσουμε το βαθμό επικινδυνότητας στην περίπτωσή μας και στην περίπτωση των οικείων μας.

«Δεν επιθυμώ να ελέγχομαι ή να περιορίζομαι από κανόνες και νόμους», «Τα μέτρα παραβιάζουν τις ατομικές μας ελευθερίες», «Τα μέτρα είναι αντίθετα στις προτιμήσεις μου, στις συνήθειές μου και τα πιστεύω μου»

Τέτοιες σκέψεις προκαλούν δυσφορία, καθώς αισθανόμαστε ότι τα μέτρα μας στερούν σημαντικές μας αξίες, ότι αξιοποιούνται κακόβουλα από τρίτους, ή ότι επιφέρουν ανεπιθύμητες αλλαγές στην καθημερινότητα μας. Η στάση μας αυτή μάλιστα συχνά παρερμηνεύεται από τους άλλους ως απείθεια ή άγνοια, αντί για επιλογή. Σε περιπτώσεις που υιοθετούμε τέτοιες απόψεις, αξίζει να συγκρίνουμε τα διαθέσιμα δεδομένα υπέρ και κατά της τήρησης των μέτρων. Η σύγκριση αυτή είναι ικανή συχνά να μας οδηγήσει στη λήψη μίας κοινά αποδεκτής απόφασης, που ναι μεν σέβεται τα μέτρα, αλλά και τις ελευθερίες ή τις προτιμήσεις μας. Έχουμε επίσης να δοκιμάσουμε την ευελιξία μας, με τέτοιους τρόπους που να σεβόμαστε τόσο τα πιστεύω μας, όσο και τους κανόνες. Σε περιπτώσεις που τα «κατά» είναι πολλά, τότε μπορεί να αλλάξει η στάση μας ή έστω να δεχτούμε να προτάξουμε τη μία αξία έναντι μίας άλλης προσωρινά. Άλλωστε οι άνθρωποι διατηρούμε πολλές αξίες και ιδανικά ταυτόχρονα, όπως η διαφύλαξη της υγείας, η ασφάλεια ή η ελευθερία, και έχουμε ένα βρούμε έναν κοινό τόπο διαλόγου μεταξύ τους.

«Ο τάδε ενώ φορούσε μάσκα βρέθηκε θετικός στον ιό», «Δεν αντέχω τη μάσκα πάνω από δύο λεπτά, δεν μπορώ να ανασάνω»

Αρνητικές εμπειρίες από την τήρηση των μέτρων, αναφορές αναποτελεσματικότητάς τους, καθώς και μαρτυρίες συγγενών, φίλων ή συμπολιτών μας να έχουν υποστεί αρνητικές συνέπειες, μας οδηγούν στο συμπέρασμα να θεωρούμε ότι οι κακές αυτές εμπειρίες θα επαναληφθούν και θα συμβούν και σε εμάς. Στην περίπτωση αυτή ανάγουμε ένα ή δύο μεμονωμένα περιστατικά σε απόλυτο κανόνα, ενώ παράλληλα υποτιμούμε τα πιθανά οφέλη από την τήρηση των μέτρων. Αντί να σκεφτούμε «ο τάδε ενώ φορούσε μάσκα νόσησε», έχουμε να αναρωτηθούμε «σε τι ποσοστό μας προφυλάσσει η μάσκα;». Άλλωστε κανένα μέτρο δεν μπορεί να παράσχει πλήρη προφύλαξη. Η εστίαση όμως στο προσδοκώμενο όφελος από την προσήλωση μας στα μέτρα, είναι ικανή να αυξήσει την ανοχή και την προσήλωσή μας σε αυτά.

«Ξέρω να προστατευτώ»

Οι άνθρωποι αισθανόμαστε σίγουροι για αυτά που ξέρουμε, αγνοώντας τα όσα δεν ξέρουμε. Δεν έχουμε παρά να αναζητήσουμε δεδομένα από επίσημες πηγές για τους τρόπους μετάδοσης των ιών, για το πώς φοράμε μία μάσκα, πώς την πλένουμε ή για το πώς βγάζουμε ένα γάντι. Το χειρότερο που μπορεί να συμβεί είναι να επαληθεύσουμε τα όσα ήδη ξέρουμε. Παρόλα αυτά, τις περισσότερες φορές, στη θέα νέων δεδομένων, μένουμε έκπληκτοι από την άγνοιά μας.

Το οικονομικό κόστος των μέτρων είναι υψηλό

Είναι αλήθεια πως τα μέτρα πάντα έρχονται με συγκεκριμένη οικονομική επιβάρυνση. Εάν το κόστος είναι δυσβάσταχτο υπάρχει η περίπτωση, αν και ενήμεροι για τους κινδύνους, να οδηγηθούμε στην πλημμελή τήρηση τους. Για το λόγο αυτό είναι σημαντικό το κράτος να συμβάλλει μέσω της δωρεάν διανομής των απαιτούμενων υλικών, όπου χρειάζεται, και της ενίσχυσης των επιχειρήσεων που για να λειτουργήσουν χρειάζεται να δαπανήσουν πολλά χρήματα για την τήρηση των μέτρων. Σε συνδυασμό όμως με την όποια κρατική παρέμβαση μπορούμε, να εξαντλήσουμε την ευρηματικότητά μας αναζητώντας οικονομικούς τρόπους προσήλωσής μας στους κανόνες, όπως η χρήση αυτοσχέδιας μάσκας ή της διεύρυνσης της τηλε-εργασίας και των ηλεκτρονικών αγορών.

Κράτα το απλό!

Ένας άλλος συνηθισμένος λόγος που δυσκολευόμαστε να τηρήσουμε τέτοιου χαρακτήρα μέτρα είναι ότι τα ξεχνάμε ή συναντάμε εμπόδια λόγω ελλιπούς οργάνωσης. Καθώς οι άνθρωποι είμαστε «πλάσματα της συνήθειας» χρειάζεται για ένα χρονικό διάστημα να υποβοηθήσουμε τη δημιουργία νέων συνηθειών, έως ότου και αυτές με τη σειρά τους να εγκαθιδρυθούν. Στην περίπτωση αυτή, μπορούν να βοηθήσουν:

Οπτικά ερεθίσματα: Τα σημάδια, οι πινακίδες ή οι προειδοποιήσεις κατά την είσοδό σε ένα χώρο ή εντός αυτού, είναι ιδιαίτερα βοηθητικά, ειδικά για χώρους δημόσιας χρήσης, όπως για ένα κατάστημα ή για έναν χώρο εργασίας. Εκεί είναι ικανά να βοηθήσουν όλους μας να θυμηθούμε τι πρέπει να κάνουμε εισερχόμενοι στον χώρο, όπως να βάλουμε μάσκα, αντισηπτικό ή να τηρήσουμε το μέγιστο αριθμό ατόμων που μπορεί να φιλοξενήσει ο χώρος με ασφάλεια.

Από την άλλη πλευρά δεν συνίσταται η χρήση οπτικών υπενθυμίσεων στο σπίτι ή σε ιδιωτικούς χώρους που χρησιμοποιούμε μόνο εμείς και οι οικείοι μας. Εκεί η θέα της ταμπέλας, θα διατηρεί την αίσθηση κινδύνου και θα συντηρεί το στρες σε υψηλά επίπεδα ή θα μας εξοικειώσει τόσο με το ερέθισμα που στο τέλος θα το αγνοούμε.

Αξιοποιώντας τις παλιές συνήθειες για την υιοθέτηση των νέων: Είναι πάντα βοηθητικό να «χτίσουμε» τις νέες συνήθειες πάνω σε παλιές. Με τον τρόπο αυτό μπορούμε να δημιουργήσουμε ένα εξατομικευμένο σύστημα υπενθυμίσεων, ώστε να εξασφαλίσουμε την ορθή τήρηση των μέτρων, άρα και την ασφάλειά μας. Παραδείγματος χάριν:

  • μπορούμε να τοποθετήσουμε ένα μπουκαλάκι αντισηπτικό δίπλα στο σαπούνι για τα χέρια. Η εγγύτητά τους θα μας υπενθυμίζει να βάζουμε αντισηπτικό όποτε χρειάζεται (πχ κατά την είσοδό μας στο σπίτι από εξωτερικό χώρο)
  • πόσες φορές ξεχάσαμε τα κλειδιά μας, το πορτοφόλι μας ή τα γυαλιά ηλίου, μέχρι που βρήκαμε μία σταθερή θέση να τα βάζουμε ώστε να εξασφαλίζουμε ότι πάντα θα τα παίρνουμε μαζί μας; Δεν έχουμε παρά να τοποθετήσουμε μαζί τους μία μάσκα κι ένα αντισηπτικό, έτσι δεν θα τα ξεχνάμε ποτέ
  • έχεις αφήσει στο ντουλαπάκι του αυτοκινήτου έναν εξτρά αναπτήρα για την περίπτωση που χάσεις αυτόν που χρησιμοποιείς; έχεις αφήσει λίγα χρήματα στην εσωτερική τσέπη του παλτού σου για περίπτωση ανάγκης; Εάν ναι, αυτό είναι ένα καλό μέρος να τοποθετήσεις μία εξτρά μάσκα

Για να καταρτίσουμε ένα ολοκληρωμένο και εξατομικευμένο πλάνο προσήλωσης στην εφαρμογή των μέτρων, μπορούμε να ακολουθήσουμε – νοερά ή γραπτά - τα παρακάτω βήματα:

Βήμα 1ο: να αναλογιστούμε όλα τα εμπόδια που εντοπίσαμε κατά την προσπάθεια εφαρμογής των μέτρων. Το βήμα αυτό θα μπορούσε να γίνει διακριτά για το χώρο του σπιτιού, της δουλείας, των εξωτερικών μας υποχρεώσεων ή συνηθειών, καθώς και κάθε άλλου πιθανού χώρου που επισκεπτόμαστε.

Βήμα 2ο: να σκεφτούμε πολλές πιθανές λύσεις. Οι άνθρωποι συνήθως επιλέγουμε την πρώτη λύση που μας έρχεται στο μυαλό, στερούμενοι της ευκαιρίας να σκεφτούμε κάτι καλύτερο την αμέσως επόμενη στιγμή ή να οδηγηθούμε σε ένα συνδυασμό λύσεων που θα μας δώσει μία ολοκληρωμένη απάντηση στο πρόβλημά μας. Σε περίπτωση που δεν βρίσκουμε κατάλληλες λύσεις, μπορούμε πάντα να ρωτήσουμε τι κάνουν άλλα άτομα στις αντίστοιχες περιστάσεις. Κάτι που δούλεψε για κάποιον άλλον, μπορεί να δουλέψει και για εμάς.

Βήμα 3ο: να διαλέξουμε μία λύση και να την δοκιμάσουμε στην πράξη

Βήμα 4ο: να κάνουμε διορθώσεις ή προσθήκες, όπου εμφανίστηκαν περαιτέρω εμπόδια ή όπου οι λύσεις που επιλέχθηκαν κρίθηκαν εντέλει αναποτελεσματικές

Διεκδικητική Συμπεριφορά

Ένας τελευταίος λόγος μη προσήλωσης στα μέτρα αφορά τις συμπεριφορές άλλων ατόμων, είτε τα άτομα αυτά είναι συγγενείς μας, φίλοι μας, συνάδελφοι ή απλά συμπολίτες μας, που χρειάζεται να συγχρωτιζόμαστε στους ίδιους χώρους. Οι συμπεριφορές αυτές συνήθως περιλαμβάνουν τη μη βοηθητική στάση των άλλων ατόμων απέναντι στην ανάγκη προφύλαξης, αλλά και το κατά πόσο τηρούν οι ίδιοι τα μέτρα.

Σε περιπτώσεις που κάποιου η συμπεριφορά μας φέρνει σε κίνδυνο ή μας εμποδίζει από το να τηρήσουμε εμείς τα μέτρα, είναι σημαντικό να θυμόμαστε πως στη πλειοψηφία των περιπτώσεων η ευγένεια – όπως το να του ζητήσουμε να κρατήσει τις απαραίτητες αποστάσεις - μπορεί να μας φέρει τα επιθυμητά αποτελέσματα πιο εύκολα και πιο γρήγορα σε ένα κλίμα αμοιβαίου σεβασμού. Εάν παρόλα αυτά δεν λειτουργήσει η ευγένεια, η ενδυνάμωση μας να οριοθετήσουμε αυτές τις συμπεριφορές και η άσκηση στη διεκδικητικότητα μπορεί να μας βοηθήσει στις πιο δύσκολες των περιπτώσεων. Τις ελάχιστες φορές που το άλλο άτομο θα αντιδράσει επιθετικά στο δίκαιο αίτημά μας, είναι σημαντικό να θυμόμαστε ότι μπορούμε να ελέγξουμε μόνο τη δική μας συμπεριφορά, επομένως είναι ανώφελο να προσπαθήσουμε να ελέγξουμε τη συμπεριφορά του άλλου, κι έτσι να αποφύγουμε την κλιμάκωση της έντασης.

Συμπερασματικά

Η ενεργή προσήλωση στους νέους αυτούς κανόνες είναι έργο δύσκολο και πολυεπίπεδο. Οι ηθικολογίες μάλιστα περί «ατομικής ευθύνης» διχάζουν, ενώ παράλληλα δείχνουν μία επιφανειακή κατανόηση του φαινομένου. Καθώς όμως πολλοί από αυτούς τους κανόνες – άλλοτε εντονότερα και άλλοτε ασθενέστερα - έχουν έρθει για να μείνουν επί μακρόν, η ευρεία εμπέδωσή τους θα είναι ιδιαίτερα βοηθητική. Η προσήλωση άλλωστε μπορεί να επιτευχθεί μονάχα από το συνδυασμό της ανάληψης της ευθύνης της Πολιτείας, της ευθύνης του εκάστοτε οργανισμού και της ατομικής παρότρυνσης. Από εκεί και πέρα, όσον αφορά τον καθένας μας, αντί να μένουμε στο «αυτά δεν γίνονται», ας θυμόμαστε πως ο άνθρωπος είναι ένα προσαρμοστικό ον, άρα έχει όλα τα απαραίτητα εφόδια να κάνει σημαντικές αλλαγές στην καθημερινότητα του και να διαμορφώσει νέες συνήθειες, φτάνει να τις μεθοδεύσει σωστά και να υποστηρίζεται στην προσπάθεια αυτή.

Βιβλιογραφία:

Miller, W.R, Rollnick, S. (2010). Κινητοποιητική Συνέντευξη. Προετοιμάζοντας ανθρώπους για αλλαγή. Αθήνα: Ιατρικές εκδόσεις Λίτσας.

WHO (2003). Adherence to long-term therapies: Evidence for action. Geneva: World Health Organization

Wright, J. H., Turkington, D., Kingdon, D. G., & Basco, M. R. (2009). Chapter 12: Promoting Adherence. Στο Cognitive-Behavior Therapy for Severe Mental Illness: An illustrated guide (σσ. 273-292). Washington, DC: American Psychiatric Publishing, Inc.